Για φανατικούς της ανάγνωσης, λογοτέχνες, επίδοξους λογοτέχνες, μεταφραστές ή επίδοξους μεταφραστές, βιβλιόφιλους, βιβλιοφάγους, χαρτοπόντικες και λοιπούς -ευσεβείς και κυρίως ασεβείς- συμπάσχοντες της ευγενούς φυλής των βιβλιο-τρωκτικών.
Σάββατο 19 Μαΐου 2012
Επαναστάσεις, Κεφάλαιο 1ο, μέρος στ'
Ο Ταγματάρχης προβιβάστηκε σε Στρατηγό, υπερπηδώντας εν μια νυκτί τις ενδιάμεσες βαθμίδες και κάνοντας επιτέλους πραγματικότητα το όνειρο της Μητερούλας, που είχε πεθάνει με αυτόν τον καημό. Η γρήγορη προαγωγή του δε δυσαρέστησε κανέναν από τους συνεργάτες του, ενώ, απ’ ό,τι του μετέφεραν, ενθουσίασε το λαό που ένιωθε πλέον ότι διοικείται από έναν άντρα που κρατούσε με μπράτσα ατσαλένια τα ηνία της χώρας. Έτσι του είπαν. Κι εκείνος το πίστεψε. Τόσο πολύ το πίστεψε, που έκρινε σκόπιμο να εμφανίζεται δημόσια ευκαιρίας δοθείσης, για να απολαμβάνει τις αυθόρμητες εκδηλώσεις του πλήθους. Αυτή η νέα του μανία έβαλε σε μεγάλους μπελάδες τους υπεύθυνους για την ασφάλειά του, καθώς στους ώμους τους έπεφτε πολλαπλό φορτίο: να μαντεύουν τις προθέσεις του όσον αφορά την επόμενη δημόσια εμφάνιση, να οργανώνουν τις «αυθόρμητες εκδηλώσεις λατρείας» του κόσμου και συγχρόνως να φροντίζουν για την ασφάλεια του ηγέτη κατά τρόπο διακριτικό που να μην επισύρει τη μήνη του, πράγμα που ήταν και το δυσκολότερο απ’ όλα.
Εκείνος ήταν σχεδόν ευτυχής. Όσο κι αν τον απασχολούσαν τα προβλήματα που προέκυπταν εξ αιτίας της δράσης των αναρχοκομμουνιστών –που όσο κι αν τους κυνηγούσαν, τους βασάνιζαν, τους φυλάκιζαν, τους σκότωναν, επέμεναν να μη σκύβουν το κεφάλι κάτω απ’ την προστατευτική φτερούγα του Ηγέτη- τώρα πια κοιμόταν τα βράδια ήσυχος, ικανοποιημένος, χορτάτος από δύναμη και εξουσία, αφού πρώτα γονάτιζε ευλαβικά μπροστά στο εικονοστάσι που ’χε στηθεί σε μια γωνιά της κάμαράς του. Ευχαριστούσε τον Κύριο για την αρωγή και τη στήριξη που του παρείχε σ’ αυτό τον δίκαιο αγώνα και δεν είχε τίποτα άλλο πια να επιθυμήσει εκτός απ’ την τελική πάταξη του Κακού. Μονάχα αυτό και… κάτι ακόμα. Κάτι προσωπικό και ως εκ τούτου δευτερεύον, αλλά μήπως δεν είχε κρατική σημασία ό,τι απασχολούσε τον ίδιο τον Ηγέτη;
Όταν ήταν ακόμη νέος και ύστερα από την επίμονη παρότρυνση της Μητέρας, είχε παντρευτεί τη μοναχοκόρη ενός στρατιωτικού με κάμποσα παράσημα και μεγάλη περιουσία, την πρώην κυρία Ταγματάρχου και νυν Στρατηγού. Ήταν μια γυναίκα κίτρινη σαν το κερί και κρύα σαν το χιόνι, με καλή προίκα και στεγνά στήθια, με μπικουτί και κρέμες νυκτός, με αυστηρά ταγέρ και χνουδωτές ρόμπες και με κάτι παντόφλες ροζ ή σιελ, πάντα με γουνάκι στο κουντεπιέ, που έκαναν έναν απίστευτα εκνευριστικό θόρυβο έτσι όπως τις έσερνε στα πατώματα. Αυτός ο θόρυβος είχε στοιχειώσει τη ζωή του. Από τότε που είχαν μετακομίσει στην καινούργια τους κατοικία, δε χρειαζόταν πια να κοιμάται μαζί της, καθώς η πρώην προεδρική κρεβατοκάμαρα ήταν σοφά χωρισμένη σε δύο αυτόνομα διαμερίσματα. Είχε γλιτώσει απ’ την ξινή της ανάσα, απ’ την ψυχρή της παρουσία, απ’ τα γουργουρητά των εντέρων της, απ’ τις γκρίνιες, τα παράπονα και τις φραστικές επιθέσεις που έκαναν τον ανδρισμό του να συρρικνώνεται σαν μικρούτσικο μαραγκιασμένο σύκο. Απ’ τον ήχο της παντόφλας, όμως, ήταν αδύνατο να λυτρωθεί. Η κυρία Στρατηγού θαρρείς και το ’κανε επίτηδες κι από τότε που εγκατέλειψε - παρά τη θέλησή της είναι αλήθεια- τη συζυγική κλίνη, έσερνε τα πασούμια της στους διαδρόμους έξω απ’ την πόρτα της κάμαρας του συζύγου της, ακόμα πιο δυνατά, ακόμα πιο εκνευριστικά –αν είναι δυνατόν!- με έναν αέρα αλλιώτικο, έναν αέρα εκδικητής διάθεσης και χαιρεκακίας, που τρυπάνιζε τα νεύρα του μεγάλου ανδρός σε τέτοιο βαθμό που του ερχόταν να ουρλιάξει ή ακόμα ακόμα να ξεσπάσει σε κλάματα. Έπρεπε να απαλλαγεί. Να γλιτώσει απ’ αυτήν τη μέγαιρα κι απ’ τα ανεκδιήγητα πασούμια της με το λεπτούτσικο τακουνάκι και τις φούντες.
Φυσικά μπορούσε να πάρει διαζύγιο. Τόσοι και τόσοι άνδρες χώριζαν καθημερινά κι ελευθερώνονταν, για να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους στο πλάι κάποιας αιθέριας παρουσίας με σφιχτούς γλουτούς και τρυφερή καρδιά. Η αιθέρια παρουσία είχε βρεθεί και για τον ίδιο και δεν ήταν άλλη από την νικήτρια του τελευταίου διαγωνισμού ομορφιάς, μια ξανθιά καλλονή αμέμπτου ηθικής και τέλειων αναλογιών. Ο Στρατηγός είχε ξετρελαθεί μαζί της από εκείνο κιόλας το πρώτο βράδυ, που τα νέα του ενδιαφέροντα του επέβαλλαν να παρευρεθεί τόσο στην απονομή των τίτλων όσο και στη μεγάλη δεξίωση που είχε ακολουθήσει. Την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα, την προσέγγισε αμήχανα –ποιος; αυτός που ήξερε να δαμάζει τα πλήθη με μια του κίνηση, με ένα μονάχα βλέμμα- κι έλαβε το μήνυμα τάχιστα: η όμορφη Ρόζα ένιωθε ιδιαιτέρως κολακευμένη από το ενδιαφέρον του και θεωρούσε τα αισθήματά του γι’ αυτήν μεγάλη της τιμή. Αλλά να γίνει παλλακίδα του… δεν το δεχόταν επ’ ουδενί. Δεν το επέτρεπε η ηθική και χριστιανική της παιδεία κι εκτός των άλλων δεν το επέτρεπε ο μπαμπάς! Αν ο κ.Στρατηγός ήταν αδέσμευτος, τότε… Φυσικά και θα δεχόταν τις προτάσεις του. Υπό τις παρούσες συνθήκες όμως… Επ’ ουδενί! Φυσικά και του πέρασε απ’ το νου να την εξαναγκάσει, να τη συντρίψει, να την καθυποτάξει, να την κάνει δική του διά της βίας. Αλλά εκείνο το πετάρισμα στο στήθος του κάθε φορά που την αντίκριζε ή και που άκουγε το όνομά της μονάχα, τον έκανε ευάλωτο και δυστυχισμένο. Στο κάτω κάτω ήταν μια ηθική κοπέλα, ένα άνθος αγνότητας αντάξιο του έρωτά του και όφειλε να της φερθεί με σεβασμό.
Ναι, σκέφτηκε το διαζύγιο, αυτόν τον πανάρχαιο λυτρωτικό θεσμό, όπως θα το σκεφτόταν κάθε άντρας στη θέση του. Μα αυτός δεν ήταν ο οποιοσδήποτε άντρας κι εκεί ακριβώς προέκυπτε το ηθικής τάξεως πρόβλημα. Ο Ηγέτης –ως γνωστόν- διακρινόταν από βαθιά θρησκευτική πίστη, τιμούσε τα ιερά και τα όσια κι έπρεπε να τιμήσει ακόμα κι εκείνο το –όχι και τόσο σοφό ομολογουμένως- «ους ο θεός συνέζευξε, άνθρωπος μη χωριζέτω». Τα μάτια του λαού ήταν στραμμένα επάνω του, τα ένιωθε να τον παρακολουθούν με αγάπη, με δέος και σεβασμό, αυτός ήταν το ηθικό και θρησκευτικό παράδειγμα, το πρότυπο αγωγής και συμπεριφοράς βάσει του οποίου θα αναπλάθονταν οι πτωχοί τω πνεύματι. Τι παράδειγμα θα έδινε, αν κινούσε διαδικασία διαζυγίου κι ύστερα παντρευόταν την όμορφη Ρόζα, τη μάγισσα της καρδιάς του; Πώς να εξηγήσει στα πλήθη ότι αυτό που επιτρεπόταν στον ίδιο λόγω της θέσης και του μεγαλείου του, δεν επιτρεπόταν για τον απλό πολίτη που όφειλε να υπακούει στις θρησκευτικές επιταγές; Μήπως δεν ήταν αυτός ο ίδιος άντρας που τόσο απερίσκεπτα και –γιατί να μην το παραδεχτεί;- επιπόλαια είχε απαγορεύσει τον τρίτο γάμο και είχε παροτρύνει τις εκκλησιαστικές αρχές να μην συναινούν στα διαζύγια παρά μόνο αν έτρεχαν ιδιαιτέρως σημαντικοί λόγοι; Ποιον σημαντικό λόγο θα επικαλούνταν τώρα ο ίδιος, δίχως να φανεί άνθρωπος παράφορος κι ασυνεπής, λάγνος και υποταγμένος στις απολαύσεις του σώματος;
Τη σωτήρια έμπνευση είχε ένας πιστός του συνεργάτης, αυτός που είχε προαχθεί στη θέση του Ταγματάρχου μετά τις τελευταίες κρίσεις του στρατεύματος, θέση ιδιαιτέρως σημαντική όχι τόσο για λόγους τυπικούς, όσο χάριν στο συμβολικό περιεχόμενο που είχε αποκτήσει μετά την Επανάσταση. Ο άνθρωπος αυτός, τιμώντας το αξίωμα και τον αρχηγό του, αφού άκουσε προσεκτικά τα λεγόμενα του Στρατηγού εκείνο το βράδυ που η θλίψη τον είχε σπρώξει να πιει λιγάκι παραπάνω και να ανοίξει την καρδιά του στον παλιό του φίλο –ανάγκη κοινή σε όλους τους ερωτευμένους και απελπισμένους ανθρώπους, ακόμα και στους Ηγέτες- αφού λοιπόν τον άκουσε με θρησκευτική ευλάβεια κι αμέριστη προσοχή καθισμένος αντίκρυ του στην μεγάλη τραπεζαρία και εν απουσία των υπηρετών, έδωσε την ιδέα που θα του άλλαζε τη ζωή. «Μα, Στρατηγέ μου», είπε ο σοφός εκείνος άνθρωπος ύστερα από λίγη σκέψη, «η ρήσις είναι σαφής καθώς και η εξ αυτής προκύπτουσα επιταγή: “άνθρωπος μη χωριζέτω”. Και φυσικά ως προσταγή της Αγίας ημών Εκκλησίας οφείλει να γίνει δεκτή με απόλυτο σεβασμό. Το πεπρωμένον όμως, ημών των θνητών, εναπόκειται στις αγκάλες του Κυρίου ημών και είναι βέβαιο –όπως σας βλέπω και με βλέπετε, Στρατηγέ μου- ότι Εκείνος επ’ ουδενί δε θα επιθυμούσε το ψυχικό μαρτύριο ενός τόσο αγαπημένου Του τέκνου. Εκείνο που δεν επιτρέπεται να πράξει ο άνθρωπος, συχνά το επιτελεί ο Κύριος χρησιμοποιώντας φυσικά ή… άλλα μέσα. Και, ως γνωστόν, Στρατηγέ μου, το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον».
Πράγματι, λίγο καιρό αργότερα κατά τρόπο σχεδόν μεταφυσικό, οι προσευχές του Στρατηγού εισακούστηκαν κι ένα μικρό Ι.Χ. χρώματος λευκού, με φιμέ τζάμια και δίχως πινακίδες, ανέβηκε στο πεζοδρόμιο και παρέσυρε την κυρία Στρατηγού, την ώρα που εκείνη έβγαινε καμαρωτή απ’ το κομμωτήριο και κατευθυνόταν προς τη λιμουζίνα, που την περίμενε σταθμευμένη λίγα μέτρα πιο κάτω. Μαζί με την καινούργια της κόμμωση καταστράφηκαν και κάμποσα ζωτικά όργανα. Στο νοσοκομείο, όπου μετεφέρθη εσπευσμένα, διαπιστώθηκε ότι ο θάνατός της προήλθε από ρήξη σπλάχνων και διάτρηση του αριστερού πνεύμονα, ένας θάνατος φρικτός, πλην όμως σχεδόν ακαριαίος.
Ο οδηγός του μοιραίου Ι.Χ. κατόρθωσε να διαφύγει, όμως ο Στρατηγός, παρά το βαρύ του πένθος, διέταξε να αρχίσουν αμέσως οι απαιτούμενες εξονυχιστικές έρευνες για τον εντοπισμό των δραστών και την άμεση προσαγωγή τους στη δικαιοσύνη. Όλοι συγκινήθηκαν και εντυπωσιάστηκαν από το ψυχικό σθένος του ανδρός που έδωσε τη σαφή διαταγή –αν και πραγματικά συντετριμμένος από το μοιραίο συμβάν- να μη διστάσει κανείς να τον ενημερώσει προσωπικά για οποιαδήποτε εξέλιξη των ερευνών καθώς ήθελε να γνωρίζει άμεσα το τι συνέβαινε κι ήταν έτοιμος να παράσχει στους άντρες του στρατού και της αστυνομίας οποιαδήποτε βοήθεια κρινόταν αναγκαίο να παρασχεθεί. Υπεύθυνοι για τη δολοφονία φυσικά θεωρήθηκαν οι αναρχοκομμουνιστές, αυτά τα καθάρματα που παρ’ όλα τα κατασταλτικά μέτρα δρούσαν ακόμη στην ευρύτερη περιοχή της πρωτευούσης και πίστευαν –οι αφελείς!- πως με τέτοια άθλια μέσα θα κατόρθωναν να κάμψουν το φρόνημα του Ηγέτη.
Μια εβδομάδα αργότερα κι ενώ η κυρία Στρατηγού είχε ήδη οδηγηθεί στην τελευταία της κατοικία με τις αρμόζουσες τιμές, οι δυνάμεις ασφαλείας κατάφεραν να εντοπίσουν το μοιραίο Ι.Χ. σε ένα μακρινό προάστιο. Όλοι οι κάτοικοι της γειτονιάς πέρασαν από τα γραφεία της ασφάλειας, ανακρίθηκαν, ξυλοκοπήθηκαν αλλά στάθηκε αδύνατο να τους αποσπάσουν οποιαδήποτε πληροφορία που θα οδηγούσε στην σύλληψη των δραστών. Όλοι ισχυρίζονταν πως δεν είχαν ξαναδεί ποτέ το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, πως οι δράστες το είχαν εγκαταλείψει στη γειτονιά τους νύχτα και πως, όχι, δεν είχε πάρει το μάτι τους κανέναν ύποπτο εκείνες τις μέρες στους δρόμους της συνοικίας. Πολλοί ορκίστηκαν πως έπιναν νερό στο όνομα της κ. Στρατηγού κι όλοι επίσης έπαιρναν όρκο ανάμεσα σε φωνές και κλάματα πως δεν είχαν καμία σχέση με τους αντάρτες –«Συγγνώμη, κύριε ανακριτά μου, με τους ληστοσυμμορίτας ήθελα να πω».
Παρ’ όλα αυτά ένας μεσόκοπος έμπορος θεωρήθηκε ιδιαιτέρως ύποπτος, όταν διαπιστώθηκε πως το κατάστημα λευκών ειδών που διατηρούσε βρισκόταν δίπλα ακριβώς από το κομμωτήριο στο οποίο εδώ και χρόνια πήγαινε η κ. Στρατηγού. Ήταν ένας άνθρωπος παχουλός και μαραμένος, με χρυσό δαχτυλίδι και γαστρεντερικές διαταραχές, ένας χρηστός ως τότε πολίτης, άξιος οικογενειάρχης και ένθερμος υποστηρικτής του καθεστώτος. Επισταμένη έρευνα όμως αποκάλυψε ότι παλαιότερα εργάζονταν στο κατάστημά του κάποια μέλη του κόμματος της αντιπολίτευσης, δυο εκ των οποίων είχαν συλληφθεί και εκτοπιστεί προ πολλού. Ύποπτο θεωρήθηκε επίσης το γεγονός ότι βάσει των λογιστικών του αρχείων, οι εν λόγω συμμορίτες είχαν απολυθεί κατά την πρώτη εβδομάδα μετά την εδραίωση της Επαναστάσεως. «Και γιατί όχι πιο πριν, κύριε; Γιατί χρειαζόταν να περιμένει κανείς να σημάνουν τα σήμαντρα δια να πάγει εις την εκκλησίαν; Οι χρηστοί πολίται καθαρίζουν τα φωλέας των από τους όφεις αφ’ ης στιγμής αντιλαμβάνονται την παρουσίαν των». Αυτά είπε ο κύριος ανακριτής και στην έκθεσή του υποστήριξε ότι σύμφωνα με τις ενδείξεις το κατάστημα του εν λόγω υπόπτου είχε χρησιμοποιηθεί ως βάση και ορμητήριο των τρομοκρατών, οι οποίοι φαίνεται πως παρακολουθούσαν το κομμωτήριο εδώ και καιρό, προκειμένου να μάθουν το πρόγραμμα επισκέψεων της θανούσης και να καταστρώσουν το σχέδιό τους. Η ανάμειξη του εμπόρου στη δολοφονία εθεωρείτο βεβαία και υπήρχαν υποψίες για τη συνενοχή του και σε μια σειρά ακόμη τρομοκρατικών επιθέσεων που είχαν λάβει χώρα κατά τους τελευταίους μήνες στην περιοχή του κέντρου. Ύστερα από μια σύντομη δίκη ο ίδιος ο Στρατηγός υπέγραψε την απόφαση για την εκτέλεση του εμπόρου, εκτέλεση που πραγματοποιήθηκε το επόμενο κιόλας ξημέρωμα σε μια μάντρα πίσω από τις Κεντρικές Φυλακές.
Ήταν πια ελεύθερος. Ελεύθερος κι ευτυχισμένος όσο ποτέ πριν. Φυσικά κράτησε τους τύπους και μαζί με αυτούς το πένθος του, φρόντισε να αποκτήσει η συμβία του ένα υπέρλαμπρο μνήμα δημοσία δαπάνη και να τελεστούν άψογα και με την αρμόζουσα μεγαλοπρέπεια τα «εννιάμερα», τα «σαραντάμερα» και τα λοιπά πρεπούμενα, όμως πάνω στα «εξάμηνα» η πολυπόθητη Ρόζα εγκατέλειψε το πατρικό της σπίτι κι εγκαταστάθηκε στην Προεδρική κατοικία. Φυσικά το γεγονός προκάλεσε διάφορα δυσμενή σχόλια, κυρίως μεταξύ των μελών της υψηλής κοινωνίας και ο Στρατηγός βρέθηκε σε δύσκολη θέση, καθώς δεν μπορούσε να τα βάλει ανοιχτά με τους ισχυρούς οικονομικούς κύκλους. Έκανε υπομονή, λοιπόν, και όπως κάθε ερωτευμένος άντρας που έχει επιτέλους στο πλευρό του το αντικείμενο του πόθου του, ξεχνούσε τις πολιτικές και λοιπές σκοτούρες κάθε νύχτα στην αγκαλιά της καλής του. Όλα τα στόματα έκλεισαν οριστικά, όταν, ένα χρόνο μετά το τραγικό συμβάν που του στέρησε τη σύντροφο της ζωής του, απέκτησε με τις ευλογίες του Αρχιεπισκόπου νέα σύντροφο και νομιμοποίησε τον έρωτά του ενώπιον Θεού τε και ανθρώπων.
Ετικέτες
αντίσταση,
επανάσταση,
πολιτικά κι επίκαιρα,
πολιτική,
χούντα
Πέμπτη 17 Μαΐου 2012
Επαναστάσεις, Κεφάλαιο 1ο, μέρος ε' (Το ξύπνημα της Σάρας)
Τα γράμματα αυτά έφτασαν πράγματι στη Σάρα ύστερα από λίγες μέρες και την έβγαλαν τουλάχιστον απ’ την αγωνία της άγνοιας, από εκείνη τη φοβερή κατάσταση της ανημπόριας, που σε σπρώχνει να υποθέτεις τα χειρότερα και μόνο τα χειρότερα. Τη σύλληψη του Μάρκου την είχε πληροφορηθεί αμέσως από μια ξαδέρφη της που έμενε στην ίδια γειτονιά κι αμέσως είχε τρέξει στην πόλη, αφήνοντας τα παιδιά με τη γιαγιά τους. Όσο κι αν έτρεξε, όμως, όσο κι αν παρακάλεσε δεν μπόρεσε όχι να τον δει αλλά ούτε καν να μάθει με βεβαιότητα πού τον κρατούσαν. Επέστρεψε στο χωριό, άπρακτη ένα μήνα αργότερα, δέκα κιλά πιο αδύνατη και με μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια. Οι τρομερές φήμες για τα βασανιστήρια που γίνονταν σε κάποια ανήλιαγα υπόγεια, οι φήμες για ομαδικές εκτελέσεις κρατουμένων στα άφαντα και στα σκοτεινά, της στοίχειωναν τις νύχτες.
Προσπαθούσε να φανταστεί τον άντρα της μέσα σε όλη αυτή την ιστορία, τον άντρα της με τα ευαίσθητα λεπτά του χέρια, με εκείνο το ύφος πληγωμένου παιδιού, που έπαιρνε ώρες ώρες δίχως κανέναν σοβαρό λόγο, και της ερχόταν ζάλη. Ο Μάρκος δεν ήταν ήρωας κι αν υπήρχε κάποιος που μπορούσε να το πει αυτό με σιγουριά δεν ήταν άλλος από τη γυναίκα που ’χε μοιραστεί ήδη μαζί του δεκαπέντε χρόνια και τον είχε ζήσει σε καλές αλλά και σε δύσκολες στιγμές. Δεν ήταν ήρωας κι αυτό την παρηγορούσε, πως δε θα προκαλούσε με τη συμπεριφορά του περισσότερες δυσκολίες στην ήδη δύσκολη κατάσταση που βρισκόταν. Αλλά ήταν ξεροκέφαλος και περήφανος πολύ κι αυτό την έκανε να αγωνιά. Περνούσε ώρες ολόκληρες καθισμένη στην κουζίνα του πατρικού της σπιτιού με τη μάνα της πλάι να μπαμπαλίζει ανοησίες και κοιτούσε το γιο της, ρουφούσε με το βλέμμα τις κινήσεις, τις εκφράσεις του προσώπου του, που τόσο έμοιαζαν με του πατέρα του. Κοίταζε τα δάχτυλα του παιδιού και έβλεπε νύχια ξεριζωμένα, το βλέμμα της έπεφτε στα λιανά του μπράτσα κι έβλεπε εξαρθρωμένους αγκώνες και πληγές, καμένες μασχάλες, σπασμένα κοκάλα. Κόντευε να τρελαθεί. Ήταν κι ένας καλοθελητής ξάδερφος, οπαδός του καθεστώτος, που, τάχα μου από συμπόνια, έσπευδε να της μεταφέρει κάθε είδηση, διασταυρωμένη ή όχι, για το «τι κάνουν στους κομμουνιστές στη φυλακή». Από αυτόν έμαθε και το ενδεχόμενο του να επαναλειτουργήσουν οι εξορίες αλλά, όπως κι ο Μάρκος τόσα χιλιόμετρα μακριά, αρνήθηκε στην αρχή να το πιστέψει.
Όταν έφτασαν στα χέρια της τα γράμματα λύθηκε ο κόμπος και τα δάκρυα της λευτέρωσαν το στήθος. Ήξερε τουλάχιστον πως ήταν ζωντανός, πως δεν τον έχουν βασανίσει, πως τον πήγαιναν σε κάποιο νησί. Κάτι ήταν κι αυτό. Το σώμα του Μάρκου, η εικόνα του άρχισαν να αποκτούν πάλι μια οντότητα σχεδόν απτή και να της γλυκαίνουν τις νύχτες. Σύντομα όμως ο τρόμος επέστρεψε και πάλι. Τι θα του έκαναν εκεί; Πόσοι θα έβγαιναν ζωντανοί από αυτήν τη δοκιμασία. Ο άντρας της, έτσι άμαθος που ήταν, δε θα άντεχε στις σκληρές συνθήκες διαβίωσης, ούτε στις βαριές και συχνά άσκοπες δουλειές που επέβαλλαν στους εξόριστους κρατουμένους εν είδει τιμωρίας.
Και πάλι όμως ο τρόμος υποχώρησε γρήγορα, σπρωγμένος στην άκρη από ένα συναίσθημα τελείως διαφορετικό και άγνωστο ως τότε για τη Σάρα: απ’ την οργή. Μια πηχτή, καυτή οργή κυλούσε μέσα της σαν λάβα και της θόλωνε το νου. Ποιοι ήταν αυτοί που είχαν καταστρέψει τη ζωή της; Ποιοι ήταν αυτοί που στερούσαν απ’ τα παιδιά της τον πατέρα τους, που την υποχρέωναν να περπατάει στο χωριό με το κεφάλι σκυφτό για να μη «δίνει δικαιώματα»; Ποιοι ήταν αυτοί που γέμιζαν τις νύχτες της με εφιάλτες και τις μέρες της με επώδυνα παροράματα, αυτοί που την έκαναν να μη θέλει να μιλήσει σε άνθρωπο, να μην αντέχει να κοιτάξει κατάματα ούτε τα ίδια της τα παιδιά; Ως τότε η Σάρα δεν είχε αυτό που λέμε «άγρυπνη πολιτική συνείδηση», δεν είχε μπλεχτεί ποτέ με το κόμμα και συχνά τσακωνόταν με τον άντρα της που επέμενε να ασχολείται ενεργά, που επέμενε να ελπίζει σε ένα καλύτερο αύριο με δημοκρατία πραγματική και κοινωνική δικαιοσύνη. Όλα αυτά της έμοιαζαν κούφιες ιδέες, όνειρα εν εγρήγορση. Αυτή την ενδιέφερε να εξασφαλίσει άμεσα ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά της με πράγματα απλά: ένα δικό τους σπίτι, λίγα λεφτά στην άκρη. Οργιζόταν με τον Μάρκο, που σπαταλούσε χρήματα στις οικονομικές εισφορές για το κόμμα και που ξόδευε τον καιρό του σε συνελεύσεις επί συνελεύσεων. Εκείνο όμως που δεν είχαν πετύχει οι τόσες και τόσες πολιτικές συζητήσεις, το πετύχαινε τώρα η κατάφορη αδικία, αυτός ο βιασμός της ίδιας της της ψυχής που καμία γυναίκα, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να δεχτεί αδιαμαρτύρητα και με το κεφάλι σκυμμένο. Έπρεπε να κάνει κάτι. Κάτι. Οτιδήποτε. Το να κάθεται με τα χέρια σταυρωμένα περιμένοντας το χειρότερο, ήταν κάτι που δεν μπορούσε πια να ανεχτεί. Ο φιλοχουντικός ξάδερφος την είχε ενημερώσει για το πολιτικό ποιόν όλων των συγχωριανών, ποιοι ήταν «τίμιοι και νομοταγείς πολίτες», «ποιοι είχαν άκρες στα πράγματα», «ποιοι ήταν αμφιβόλων φρονημάτων» και για ποιους υπήρχαν υπόνοιες πως ήταν ήδη μπλεγμένοι σε παράνομες ενέργειες κατά του καθεστώτος. Έτσι η Σάρα ήξερε αμέσως πού έπρεπε να απευθυνθεί.
Και απευθύνθηκε. Η παράνομη δουλειά που μπορούσε να γίνει στο χωριό ήταν περιορισμένη. Όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους κι ο κίνδυνος της σύλληψης ήταν αντιστρόφως ανάλογος του αριθμού των κατοίκων. Σκέφτηκε να φύγει για την πόλη, όπου θα μπορούσε να οργανωθεί στους αντιστασιακούς πυρήνες μέσω των παλιών γνωστών που είχαν καταφέρει να παραμείνουν ελεύθεροι. Όμως τα πράγματα ήρθαν αλλιώς. Λίγο καιρό αργότερα ο ξάδερφος την προειδοποίησε πως η συμπεριφορά της δεν είχε περάσει απαρατήρητη και πως «αν δεν ήταν για τα παιδιά» θα την είχαν συλλάβει ήδη, πράγμα που δεν αποκλειόταν να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη, γιατί «υπήρχαν άνθρωποι που πίεζαν κι εκείνος, όσο κι αν το ’θελε, δε θα μπορούσε να την προστατεύει για πολύ ακόμα». Καθώς, λοιπόν, ο κλοιός στένευε ολοένα και περισσότερο, η Σάρα και οι καινούργιοι της σύντροφοι υποχρεώθηκαν ένα βράδυ να εγκαταλείψουν το χωριό και να βγουν στο βουνό, όπου ήλπιζαν ότι θα κατάφερναν να έρθουν σε επαφή με τους πυρήνες των ανταρτών, γιατί φυσικά δεν ήταν οι πρώτοι που είχαν την ιδέα και οι προετοιμασίες για ένοπλη πάλη είχαν κιόλας ξεκινήσει. Όταν βρήκαν τους αντάρτες –ή μάλλον, όταν τους βρήκαν οι αντάρτες- ύστερα από δυο μέρες τυφλής περιπλάνησης, η Σάρα, εκτός από πληγές στα πόδια και κράμπες στο στομάχι, είχε αποκτήσει τόσο πολιτική συνείδηση όσο και μια θέληση ατσαλένια, που σύντομα την έφερε στην πρώτη γραμμή του πυρός.
Ετικέτες
αντίσταση,
επανάσταση,
πολιτικά κι επίκαιρα,
πολιτική,
χούντα
Επαναστάσεις, κεφάλαιο 1ο, μέρος δ΄ - Ανοίγουν οι εξορίες
Ο Μάρκος απολύθηκε από τη δουλειά του την πρώτη κιόλας εργάσιμη μέρα μετά την αλλαγή του καθεστώτος. Όταν το αφεντικό τον κάλεσε στο ιδιαίτερο γραφείο του, στο βάθος του εμπορικού καταστήματος, και σηκώθηκε ο ίδιος να κλείσει πίσω απ’ την πλάτη του τη βαριά δρύινη πόρτα, αμέσως κατάλαβε. Ήταν κι αυτός ο λόξιγκας που δεν έλεγε να τον αφήσει ούτε μετά από το τηλεοπτικό διάγγελμα του Ταγματάρχη, προμηνύοντας ακόμη περισσότερα δεινά… Στάθηκε, λοιπόν, όρθιος μπροστά απ’ το γραφείο κρατώντας στα χέρια του μια καλοδιπλωμένη χνουδωτή πετσέτα μάρκας «basil», διαστάσεων 110 χ 70 cm, χρώματος γκρενά, που δεν είχε προλάβει να την τακτοποιήσει στο ράφι μετά την παραλαβή των νέων εμπορευμάτων. Το αφεντικό ένιωθε κάπως άβολα να τον βλέπει σ’ αυτή την κατάσταση, χλομό, καλοχτενισμένο, με την πετσέτα στα χέρια και το λόξιγκα να του τραντάζει το στήθος.
«Ακουμπήστε αυτό που κρατάτε εκεί», του είπε, δείχνοντας με το χέρι το δερμάτινο καναπέ που βρισκόταν στα δεξιά του, κολλητά στον τοίχο, κάτω από έναν πίνακα με βαρύτιμη κορνίζα, που παρίστανε ένα χειμωνιάτικο τοπίο. Ο Μάρκος υπάκουσε μηχανικά κι ύστερα επέστρεψε στην προηγούμενη στάση προσοχής κάνοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες να σταματήσει το τόσο αταίριαστο στην περίσταση χοροπηδητό της σπασμένης του ανάσας. Άκουσε ό,τι είχε να του πει το αφεντικό δίχως να αλλάξει στάση και δίχως να μπορεί να συγκεντρωθεί απόλυτα στα λεγόμενα, αφού ο δαιμονισμένος λόξιγκας αποσπούσε την προσοχή του.
«Καταλαβαίνετε… Υπήρξατε ένας ανεκτίμητος υπάλληλος για το κατάστημά μας όλα αυτά τα χρόνια, υπόδειγμα εργατικότητας και υπευθυνότητας. Λυπούμαι… Ελπίζω να μην το πάρετε προσωπικά. Τα συμφέροντα της επιχειρήσεως επιβάλλουν μια τέτοια απόφαση, όσο σκληρή κι αν σας φαίνεται. Ελάτε στη θέση μου… Νομίζω πως κι εσείς το ίδιο θα κάνατε. Ίσως… Αν δεν ήταν σε όλους γνωστές οι πολιτικές σας πεποιθήσεις και η… “στρατευμένη” δραστηριότητά σας… Ίσως κάτι να μπορούσε να γίνει. Μα τώρα… Καταλαβαίνετε. Πριν φύγετε, περάστε απ’ το ταμείο να εισπράξετε το οφειλόμενο υπόλοιπο. Θεώρησα σκόπιμο ύστερα από την άψογη πολυετή συνεργασία μας να προσθέσω κι ένα μικρό ποσό ως δώρο για σας και την οικογένειά σας. Ο νόμος δε με υποχρεώνει πια, αλλά η συνείδηση… Η συνείδησή μας βρίσκεται πάνω από κάθε νόμο».
Σηκώθηκε για να τον χαιρετήσει, αλλά ο Μάρκος δεν είδε καν το απλωμένο στρουμπουλό χέρι με το άψογο μανικιούρ και το χοντρό χρυσό δαχτυλίδι στον παράμεσο. Με το κεφάλι κατεβασμένο στράφηκε να φύγει. Την τελευταία στιγμή θυμήθηκε την πετσέτα, γύρισε, την πήρε προσεκτικά στα χέρια του και βγήκε. Ήταν νωρίς ακόμα κι οι πελάτες λιγοστοί. Κατευθύνθηκε προς το ράφι που είχε αρχίσει να τακτοποιεί, πριν τον καλέσει το αφεντικό, κι ακούμπησε το διπλωμένο ρούχο με την ούγια προς τα έξω, έτσι που να φαίνεται η ετικέτα του – η φίρμα «basil» ήταν εδώ και χρόνια το νούμερο ένα στα λευκά είδη κι η ετικέτα της εγγύηση ποιότητας. Οι μέχρι πριν από λίγο συνάδελφοί του στέκονταν μαρμαρωμένοι στις θέσεις τους, εκτός από την Έλσα που εξυπηρετούσε μια πελάτισσα και δεν τον είχε πάρει είδηση ότι βγήκε απ’ το γραφείο του «μεγάλου». Άκουγε τη φωνή της γαλαντώμα και πειστική καθώς περιέγραφε στη δύστροπη κυρία τα χαρίσματα ενός σετ σεντονιών με τσουχτερή τιμή:
«Κοιτάξτε σχέδιο, κοιτάξτε χρώμα! Μόλις χτες μας τα έφεραν κι έχουν γίνει κιόλας ανάρπαστα! Καθαρό βαμβάκι στην ύφανση και μεταξωτή μπορντούρα. Μα, κοιτάξτε! Είναι σεντόνια για πριγκηπικό κρεβάτι. Η κορούλα σας θα τα κατευχαριστηθεί!»
Είδε τον Πάολο να σφίγγει νευρικά τα χείλια, μέχρι που έγιναν μια τόση δα χλομή χαραμάδα. Θυμός ή φόβος; Και τα δύο. Ο Πάολο ήταν κι αυτός μέλος του κόμματος και σίγουρα ο επόμενος στη λίστα απολύσεων. Πήρε το καπέλο και το παλτό του απ’ τη μεγάλη κρεμάστρα του προσωπικού, τα φόρεσε. Θυμήθηκε πως δεν είχε πληρωθεί. Πήγε προς το ταμείο. Η μικρούλα, η Λίζα, του έτεινε σιωπηλή το φάκελο με τα χρήματα και του έκανε νόημα να τα μετρήσει. Όχι, δεν ήθελε να τα μετρήσει. Είχε εμπιστοσύνη στην τιμιότητα και τη γενναιοδωρία του εργοδότη του. Υπέγραψε εκεί που του ’δειχνε το τρεμάμενο δάχτυλο της μικρής, έβαλε το φάκελο στην εσωτερική τσέπη του παλτού του, στάθηκε πάλι ακίνητος και κοίταξε μια-δυο στιγμές όλα εκείνα τα πρόσωπα που είχαν τα μάτια τους καρφωμένα πάνω του, μάτια γεμάτα λύπη και φόβο. Ο Μάρκος ήταν απλώς το πρώτο θύμα της νέας πολιτικής της επιχείρησης κι αυτό το ’νιωθαν καλά. Αφού το αφεντικό δε δίστασε να απολύσει εκείνον ύστερα από δεκαπέντε χρόνια συνεργασίας, προφανώς δε θα δίσταζε να απολύσει και οποιονδήποτε άλλο. Εκείνος σώπαινε. Πώς να τους αποχαιρετήσει; Φοβόταν πως, αν άνοιγε το στόμα του, ο λόξιγκας θα γιγαντωνόταν και θα τον έπνιγε. Πήρε βαθιά ανάσα, έκανε μεταβολή, και διέσχισε με σταθερό βήμα τα μέτρα που τον χώριζαν από την έξοδο.
****
Ύστερα από λίγες μέρες η Σάρα και τα παιδιά έφυγαν για το χωριό. Η μάνα της, που τα ’χε λιγάκι χαμένα, δεν καλοκατάλαβε απ’ τα μισόλογα που αντάλλαξαν στο τηλέφωνο το λόγο αυτής της επίσκεψης που προβλεπόταν μακροχρόνια και νόμισε πως η κόρη της σκόπευε να χωρίσει τον Μάρκο. Καθώς είχε μεγάλη αδυναμία στο γαμπρό της, έσουρε στην κόρη της τηλεφωνικώς τα εξ αμάξης κι απέμενε να διευθετηθεί η παρεξήγηση διά ζώσης. Πάντως, όσο κι αν είχε ξεκουτιάνει, σίγουρα θα μπορούσε να βοηθήσει τη Σάρα με τα παιδιά. Χώρια που στην επαρχία θα ’νιωθε πιο ασφαλής – τα πράγματα ήταν ακόμα κάπως πιο χαλαρά, καθώς χρειαζόταν λίγος καιρός ως να φτάσουν σε κάθε γωνιά της χώρας τα μηνύματα της πρωτεύουσας και να αρχίσει κι εκεί η εμπέδωση της «μεταρρύθμισης». Μα κι αν ακόμα συνέβαινε κάτι –απέφευγαν να κατονομάσουν το τι θα μπορούσε να συμβεί- τουλάχιστον τα παιδιά θα έμεναν με τη γιαγιά τους, που τα λάτρευε.
Η Σάρα επέμεινε ως την τελευταία στιγμή στην προσπάθειά της να τον πείσει να τους ακολουθήσει. Ήταν άνεργος πια κι η πόλη δεν είχε να του προσφέρει τίποτα. Βαθιά μέσα της ανησυχούσε πως ο ξεροκέφαλος άντρας της θα προσπαθούσε να αποκαταστήσει τις επαφές του με τους συντρόφους του κόμματος και πως θα εμπλεκόταν στους παράνομους πυρήνες αντίστασης, που, αν δεν είχαν κιόλας δημιουργηθεί, σίγουρα θα οργανώνονταν το συντομότερο, μόλις τα στελέχη που παρέμεναν ασύλληπτα θα κατάφερναν να ξεπεράσουν το σοκ του αιφνιδιασμού και να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους. Όταν ο Μάρκο τους αποχαιρέτησε στο σταθμό του τρένου, έπεσε πάνω του κι άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. Φοβόταν πως δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Εκείνος την έσφιξε βουβός στην αγκαλιά του, φίλησε τα παιδιά, συμβούλεψε τον μικρό «να προσέχει τη μαμά» κι έφυγε μόλις επιβιβάστηκαν δίχως να στραφεί ούτε μια φορά προς τα πίσω. Το στήθος του σφιγγόταν, τρανταζόταν, χόρευε κι ένιωθε την ανάσα του σγουρή να του μπουκώνει το στόμα.
Γύρισε στο σπίτι με τα πόδια. Το βράδυ ξάπλωσε νηστικός και δίχως να βγάλει τα παπούτσια του. Όταν κατά τα χαράματα ξύπνησε απ’ τα τραντάγματα της πόρτας, σηκώθηκε ήρεμος, πήρε το παλτό του που ήταν πεταμένο στην πολυθρόνα πλάι στο κρεβάτι και πήγε να ανοίξει. Στο αδύναμο ηλεκτρικό φως της λάμπας της εισόδου αντίκρισε τους στρατιώτες κι έναν άντρα με μαύρο καπέλο που του σκίαζε τα μάτια. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πως ο λόξιγκας που δέκα μέρες τώρα του ξέσκιζε οδυνηρά το λαρύγγι, είχε κοπεί, ως διά μαγείας, και με το μαχαίρι. Χαμογέλασε στον άντρα με το καπέλο, παραμέρισε για να κάνει τόπο στους στρατιώτες να μπουν στο σπίτι κι είπε μονάχα:
«Σας περίμενα. Αν θέλετε, μπορούμε να πηγαίνουμε».
Τον οδήγησαν στα κεντρικά της Ασφάλειας, στη συνοικία όπου βρισκόταν η πρωθυπουργική κατοικία, που τώρα είχε παραχωρηθεί σε έναν από τους ισχυρότερους συνεργάτες του Ταγματάρχη. Τον ανέβασαν σπρώχνοντας από μια στενή σκοτεινή σκάλα που έβγαζε σε έναν εξίσου στενό και σκοτεινό διάδρομο. Ο άντρας με τα μαύρο καπέλο στάθηκε έξω από μια πόρτα και χτύπησε διακριτικά.
«Εμπρός!»
Ήταν το γραφείο του ανακριτή. Η ανάκριση ήταν σύντομη. Ό, τι χρειαζόταν να ξέρουν γι’ αυτόν, το ήξεραν ήδη, όπως επίσης ήξεραν πως ήταν απλό μέλος του κόμματος και οι όποιες πληροφορίες θα μπορούσαν να του αποσπάσουν ήταν δευτερευούσης σημασίας και δεν άξιζαν τον κόπο να περάσουν όλη τη νύχτα ξάγρυπνοι. Τον ανέκριναν όμως παρ’ όλα αυτά βάσει του τυπικού κι από επαγγελματικό ζήλο τού έσπασαν ένα από τα μπροστινά δόντια. Ύστερα ο κύριος Ανακριτής έφυγε, οι στρατιώτες έφυγαν –ο άντρας με το μαύρο καπέλο είχε αποχωρήσει νωρίτερα- κι έμεινε μονάχα ένας φαντάρος να τον φρουρεί έξω από την πόρτα του ανακριτικού γραφείου. Ο Μάρκος κοιμήθηκε βαθιά ως το πρωί, δίχως να σηκωθεί από την άβολη, ξύλινη καρέκλα. Μονάχα δυο φορές ξύπνησε, τη μια για να φτύσει το αίμα που του πλημμύριζε το στόμα και την άλλη επειδή πονούσε ο σβέρκος του, έτσι όπως κοιμόταν σαν τον κρεμασμένο.
Την άλλη μέρα τον οδήγησαν στις Δυτικές Φυλακές του «Αγίου Σωφρονίου» και τον έριξαν σε ένα κελί μαζί με άλλους πέντε ποινικούς. Δεν είχε αρχίσει ακόμα να γίνεται το αδιαχώρητο, αλλά μέρα με τη μέρα ο αριθμός των κρατουμένων αυξανόταν και σε κάθε κελί συνωστίζονταν ως και δέκα άντρες. Ο Μάρκος εντυπωσιάστηκε από τους νέους του συγκάτοικους. Ούτε που είχε φανταστεί ποτέ πριν ότι θα ερχόταν μέρα που θα μοιραζόταν το κρεβάτι του με φονιάδες και νταβατζήδες. Ο τρόπος που μιλούσαν, που περπατούσαν, που συνεννοούνταν μεταξύ τους, τα τατουάζ που όργωναν το δέρμα τους κι η ευκολία με την οποία ξεστόμιζαν το κάθε τι, τον άφηναν άφωνο και με το στόμα ανοιχτό. Για εκείνους τίποτα δεν είχε αλλάξει μετά την Επανάσταση, ούτε που τους ένοιαζαν τα περί δημοκρατίας κι ελευθερίας κι ο Μάρκος γρήγορα κατάλαβε πως καλά θα έκανε να αποφεύγει τέτοιες κουβέντες, που μονάχα τους άναβαν τα αίματα κι αύξαναν την περιφρόνησή τους γι’ αυτόν. Γιατί πραγματικά τον περιφρονούσαν ολοφάνερα και με το δίκιο τους. Τι δουλειά είχε μέσ’ στα πόδια τους ένας εμποροϋπαλληλάκος που «φου» να του κάνεις θα πέσει κάτω απ’ την τρομάρα; Η «στενή» ήταν τόπος για άντρες με αρχίδια, που ήξεραν να καθαρίζουν τις δουλειές τους –και όχι μόνο- χωρίς «σουξουμούξου». Όχι για... φλώρους! Χώρια που τούτος εδώ έλεγε κάτι ακαταλαβίστικα περί «δικαιοσύνης και τάχα μου», περί «δικαιωμάτων» κι ένας θεός ξέρει τι άλλες αρλούμπες. Παρ’ όλα αυτά ύστερα από τα καψόνια των πρώτων ημερών τον άφησαν στην ησυχία του.
Ένα μήνα αργότερα ήρθαν χαράματα και τον πήραν με συνοδεία. Τον ανέβασαν σε ένα στρατιωτικό φορτηγάκι, αφού πρώτα του πέρασαν τις χειροπέδες κι εκείνος ανησύχησε πως θα τον ξανάπιανε ο λόξιγκας. Μα όχι. Δεν είχε πια τίποτα να φοβηθεί. Τον μετέφεραν σε άλλη φυλακή, πρώην σχολείο, σε ένα μακρινό προάστιο. Εκεί είχε μόνο πολιτικούς κρατουμένους κι ανάμεσά τους βρήκε κάποιους παλιούς γνωστούς. Μια μέρα, την ώρα του περιπάτου στον περίβολο κάτω απ’ τις κάννες των όπλων των φρουρών, είδε να φέρνουν σιδηροδέσμιο και τον Πάολο, τον πρώην συνάδελφό του στο εμπορικό.
Ο αριθμός των κρατουμένων αυξανόταν δραματικά από μέρα σε μέρα. Η απόφαση για απονομή γενικής αμνηστίας στους ποινικούς δεν άλλαξε και πολύ τα πράγματα για τον Μάρκο και τους συγκρατούμενούς του, αφού στη δικιά τους φυλακή δεν υπήρχαν ποινικοί για να τους αδειάσουν τον τόπο. Πέρασε έτσι λίγος καιρός ακόμα. Ο Μάρκος είχε αρχίσει να συνηθίζει στην καινούργια του κατάσταση, πολύ περισσότερο που τώρα είχε και δικούς του ανθρώπους, παλιούς συντρόφους για να μιλάει και να ξαλαφρώνει απ’ τις αγωνίες του. Το μόνο που τον βασάνιζε ήταν πως από τη νύχτα της σύλληψής του κι ύστερα δεν είχε καταφέρει να επικοινωνήσει με τη Σάρα. Σίγουρα θα είχε μάθει πια για τη σύλληψή του, αλλά φαίνεται πως δεν ήξερε ακόμα πού τον κρατούσαν. Ή μπορεί και να ’ξερε, αλλά να μην την άφηναν να τον δει. Η σκέψη της του πονούσε το στήθος και τα βράδια ξαγρυπνούσε προσπαθώντας να αυτοσυγκεντρωθεί και να της στείλει καθησυχαστικά τηλεπαθητικά μηνύματα, πράγμα που –καθώς ποτέ του δεν είχε έφεση στα μεταφυσικά- δεν τον ωφελούσε και πολύ. Όποτε κατάφερνε με χίλια δυο κόλπα να προμηθευτεί κανένα κομμάτι χαρτί και μολύβι καθόταν και της έγραφε με μικρούτσικα γράμματα μεγάλες επιστολές, που τις καταχώνιαζε κάτω απ’ το στρώμα του, αφού δεν υπήρχε τρόπος να φτάσουν ως εκείνη. Η αλληλογραφία απαγορευόταν για τους πολιτικούς. Εκείνος όμως δε σταματούσε να γράφει με την ελπίδα πως κάποτε, με κάποιον τρόπο, όλα εκείνα τα γράμματα θα έφταναν στα χέρια της. Ίσως αν οριζόταν δικάσιμος… Αν του έστελναν δικηγόρο… Αν απελευθερωνόταν ή αν δραπέτευε έστω κι ένας απ’ τους συντρόφους… Αν κατάφερνε να πείσει κάποιον φρουρό ή κάποιον υπάλληλο της τροφοδοσίας ή της καθαριότητας…
Ύστερα από δύο μήνες μια φήμη άρχισε να σέρνεται στους διαδρόμους, στα κελιά, στο προαύλιο και να σκοτεινιάζει το νου των κρατουμένων: «Ξανανοίγουν τις εξορίες!» Απίστευτο! Ένας θείος του Μάρκου είχε κάνει εξόριστος στα νιάτα του και συχνά διηγιόταν ιστορίες από κείνα τα χρόνια στον μικρό του ανιψιό, ιστορίες σαν μαύρα, τρομακτικά παραμύθια που εκτυλίσσονταν σε βραχονήσια, μες στο αλάτι και στο αίμα, μες στην πέτρα και στο χώμα, κάτω από αέρηδες και στρατιωτικές αρβύλες… Απίστευτο! Οι τόποι «μετατόπισης» είχαν μετατραπεί εδώ και δεκαετίες σε Μουσεία Νεότερης Ιστορίας. Πώς μπορούσαν να λειτουργήσουν πάλι; Φαίνεται πως η Νεότερη Ιστορία έπρεπε να εμπλουτιστεί με καινούργια σφάγια, πριν κλειστεί οριστικά στο ντουλάπι της. Ο Μάρκο αρνιόταν να χωνέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο και μιλούσε γι’ αυτό ώρες ατελείωτες με τον Πάολο και τους άλλους συντρόφους. Ο καθένας είχε και κάτι να διηγηθεί απ’ τα μαύρα παραμύθια των προγόνων, μέχρι που η άτυπη καθοδήγηση της φυλακής έδωσε γραμμή να τον κόψουν αυτόν το χαβά που τους τσαλάκωνε το ηθικό.
Αρνιόταν να το πιστέψει και μόλις και μετά βίας άρχισε να το καταπίνει με μικρές πικρές μπουκιές, όταν βρέθηκε αλυσοδεμένος μαζί με καμιά εκατοστή άλλους συντρόφους στο κατάστρωμα του πλοίου «Αγία Γαλήνη», άνοιξη καιρό και με τον ήλιο ντάλα να τσουρουφλίζει τα ξέσκεπα κεφάλια. Το ήξερε το καράβι. Μόλις πριν από τρία χρόνια είχε ταξιδέψει με τη Σάρα και το γιο του –η κόρη δεν είχε ακόμα γεννηθεί- κι ήταν αυτές οι τελευταίες ξένοιαστες διακοπές της οικογένειας. Δεκαπέντε μέρες στο νησί, δεκαπέντε νύχτες στην αγκαλιά της, δεκαπέντε βράδια μεθυσμένος από έρωτα κι ευτυχία. Όταν γύρισαν στην πόλη η Σάρα ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί. Και τώρα… Ήθελε να κλάψει, να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί, πού τον πάνε χωρίς δίκη, δίχως απόφαση, πώς τον σέρνουν πίσω στη Νεότερη Ιστορία, αφού η ιστορία έχει πεθάνει και πάει πια; Θα χαιρόταν ακόμα κι αν τον έπιανε εκείνος ο καταραμένος λόξιγκας, σαν σημάδι πως κάτι ακόμα έχει να περιμένει, κάτι να χάσει ή να κερδίσει. Μα το στήθος του ήταν πετρωμένο και βουβό.
Δεν ήξεραν ποιος ακριβώς ήταν ο προορισμός τους, οι συνοδοί στρατιώτες δεν έβγαζαν μιλιά κι οι ναύτες του «Αγία Γαλήνη» περιφέρονταν εδώ κι εκεί εκτελώντας τα καθήκοντά τους βουβοί και λυπημένοι, αποφεύγοντας να κοιτάξουν στα μάτια τους κρατουμένους από φόβο μη και φανεί η λύπη τους και τους μουτζουρώσει το μητρώο κοινωνικών φρονημάτων. Ένας είπε:
«Λύστε τους, τουλάχιστον, τους ανθρώπους! Αν συμβεί κάτι θα πνιγούν σαν τα ποντίκια!»
Ένας αξιωματικός που τον άκουσε πήγε κοντά και κάτι του ψιθύρισε στο αυτί, κάτι που έκανε το ναύτη να αλλάξει χίλια χρώματα. Ο άνθρωπος εξαφανίστηκε απ’ το κατάστρωμα, για να ξαναφανεί πολύ αργότερα προς μεγάλη ανακούφιση του Μάρκου που είχε παρακολουθήσει την όλη σκηνή. Κάποια στιγμή κατάφερε να του πασάρει με τρόπο το μικρό δέμα με τα γράμματα για τη Σάρα που είχε κρυμμένο στον κόρφο του.
«Για τη γυναίκα μου», είπε μονάχα. Κι ύστερα: «Η διεύθυνση είναι γραμμένη πάνω. Γραμματόσημα μονάχα…»
Ο άλλος τα πήρε και τα έχωσε βιαστικά στη μέσα τσέπη του σακακιού του. Δεν είπε κουβέντα. Αλλά τα μάτια του έλεγαν πολλά.
Ετικέτες
αντίσταση,
επανάσταση,
πολιτικά κι επίκαιρα,
πολιτική,
χούντα
Τετάρτη 16 Μαΐου 2012
Επαναστάσεις, Κεφάλαιο 1ο - μέρος γ΄ (Μεταρρυθμίσεις)
Κι ύστερα άρχισε η ανόρθωση των αξιών… Ο Ταγματάρχης κατέλυσε μετά της συζύγου του στο Προεδρικό μέγαρο, οι στενοί του συνεργάτες στις οικίες των φονευθέντων Υπουργών και του Πρωθυπουργού. Την επόμενη κιόλας μέρα ο μεγάλος άντρας απηύθυνε διάγγελμα προς το λαό, όπου εξηγούσε τους λόγους που τον ώθησαν στην ανάληψη αυτής της σωτήριας πρωτοβουλίας, ενώ συγχρόνως ζητούσε τη στήριξη των χρηστών πολιτών στην προσπάθειά του να περισώσει την τιμή της χώρας και να αποκαταστήσει στο βάθρο τους τα ιδανικά και τις αξίες των προγόνων. Η ομιλία του τέλειωσε με προειδοποιήσεις και απειλές για όσους σκόπευαν να αντιτεθούν ή έστω να μη συναινέσουν στην επερχόμενη αναμόρφωση, προειδοποιήσεις περιττές αφού ήδη είχαν αρχίσει οι πρώτες ενέργειες για το ξεκαθάρισμα των εριφίων από τα πρόβατα.
Κατά την πρώτη επίσημη εμφάνιση του Ταγματάρχη στην τηλεόραση οι πολίτες είχαν την ευκαιρία να δουν και το νέο επίσημο έμβλημα του κράτους, που στόλιζε τόσο το στήθος του νέου ηγέτη όσο και το τηλεοπτικό φόντο: ήταν ένας αετός με διάπλατα ανοιγμένες φτερούγες, που σκέπαζαν στοργικά ένα νεαρό λιοντάρι. Το λιοντάρι είχε ορθάνοιχτο το πελώριο στόμα του, σαν να βρυχιόταν κι ήταν στραμμένο προς την πλευρά απ’ όπου το πλησίαζε ο αετός. Το όλο σύμπλεγμα ήταν αμφιβόλου αισθητικής, πλην όμως σαφούς συμβολικού περιεχομένου: ο αετός συμβόλιζε τον Ταγματάρχη ως αρχηγό του νέου καθεστώτος, που με αποφασιστικότητα και ορμή ερχόταν να προσφέρει αρωγή και προστασία στη χώρα του, που απεικονιζόταν στο πρόσωπο του λιονταριού, μια χώρα δυνατή, ρωμαλέα, πλην όμως νεαρή κι άπειρη στο δρόμο του Θεού και της ηθικής. Σύντομα το έμβλημα αυτό κοσμούσε όλους τους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας, βρέθηκε να ανεμίζει σε σημαίες χρώματος κυανού, προστέθηκε βιαστικά σε όλα τα κρατικά οχήματα –πράγμα που έδωσε κάμποση δουλειά στους φαναρτζήδες που είχαν δοσοληψίες με τις κρατικές υπηρεσίες- και παρήχθη μαζικά από ειδικά επιλεγμένες βιοτεχνίες ενδυμάτων για να ραφτεί με προσοχή και σεβασμό σε κρατικές στολές και σε μαθητικές ποδιές. Διότι μια από τις πρώτες αποφάσεις του Ταγματάρχη ήταν το να επαναφέρει την ποδιά ως υποχρεωτικό σχολικό ένδυμα καθώς και το πηλίκιο για τους άρρενες μαθητές, το οποίο επίσης θα έφερε το έμβλημα της Επαναστάσεως κεντημένο με χρυσοκλωστή. Έτσι το νέο καθεστώς απέκτησε φανατικούς εχθρούς στη μαθητική νεολαία, διότι ακόμα και οι νέοι που εστερούντο εδραιωμένων πολιτικών φρονημάτων δεν εστερούντο και εφηβικής φιλαρέσκειας.
Έγιναν κι άλλες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις καθώς ο Ταγματάρχης εκ πεποιθήσεως και εξ ιδίας πείρας έδινε προτεραιότητα στον τομέα της εκπαίδευσης, όπως αρμόζει σε κάθε Εθνικό Πατέρα και Φωτισμένο Ηγέτη. Φρόντισε λοιπόν να κάνει ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του για να γευτούν οι νέοι της χώρας τα αγαθά της παιδείας κατά τον τρόπο που τα είχε απολαύσει και ο ίδιος όταν ήταν νέος και που τόσο είχαν συμβάλει στη διαμόρφωση της λαμπρής του προσωπικότητας. Υπό την άμεση εποπτεία του δόθηκαν εντολές για την απόσυρση των υπόπτων ή ακαταλλήλων σχολικών εγχειριδίων και την αντικατάστασή τους με άλλα που θα βοηθούσαν στην οικοδόμηση της εθνικής και θρησκευτικής συνειδήσεως των μαθητών. Όλα τα σχολεία εφοδιάστηκαν με πολύτιμο εκπαιδευτικό υλικό: ολοκαίνουργιες, μακριές βέργες από ξύλο ή από μέταλλο, αναλόγως της βαθμίδας της εκπαίδευσης και της ηλικίας των μαθητών και τα πατροπαράδοτα δοχεία με το αιχμηρό χαλίκι που προορίζονταν να νουθετήσουν τα άταχτα γόνατα - των αρρένων κυρίως.
Όσον αφορά την εμφάνιση της μαθητιώσας νεολαίας, πέραν της καταλυτικής αισθητικής επέμβασης της ποδιάς και του πηλικίου, πάρθηκαν πρόσθετα μέτρα: όλοι οι μαθητές όφειλαν να φέρουν κόμη που δε θα ξεπερνούσε το εκατοστό – προς αποφυγήν διαμαρτυριών, στάσεων και άλλων κωλυμάτων στάλθηκαν στα σχολεία όλης της χώρας κουρείς και κρατικοί υπάλληλοι που επέβλεπαν την διαδικασία, η οποία πραγματοποιήθηκε άμεσα, την επόμενη κιόλας μέρα μετά τη λήψη της αποφάσεως. Οι ποδιές των θηλέων μαθητριών όφειλαν να καλύπτουν το γόνατο και η λευκή κάλτσα έγινε υποχρεωτική. Απαγορεύτηκαν τα κοσμήματα, τα φτιασιδώματα, καθώς επίσης το ξύρισμα των ποδιών και το βγάλσιμο των φρυδιών, πράγμα που έριξε σε βαθιά κατάθλιψη τις νεαρές εκείνες που είχαν προβλήματα αυξημένης τριχοφυΐας. Ομοίως το κράτος φρόντισε να μεριμνήσει για την εμφάνιση των διδασκόντων: κουστούμι για τους άντρες και ταγιέρ για τις γυναίκες εκπαιδευτικούς. Ήταν νόμος.
Φυσικά καθιερώθηκε ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός κάθε Κυριακή και όλες οι τάξεις απέκτησαν ολοκαίνουργιες εικόνες του Κυρίου Ημών που τοποθετήθηκαν άνωθεν ή παραπλεύρως του μαθητικού πίνακα κατά τρόπο τέτοιο, ώστε όλη η μαθητική διαδικασία να διεξάγεται κάτω από το άγρυπνο βλέμμα Του. Ήταν κάτι Χριστοί φοβεροί και τρομεροί εκείνοι των εικόνων, με μακριά μαλλιά και σκούρα γένια, με κάτι μάτια γουρλωτά και γωνιώδη μήλα, που άπλωναν δεξιά κι αριστερά τα χέρια τους, που έφεραν ολοφάνερες τις τρύπες απ’ τα καρφιά του μαρτυρίου, θέαμα που προκάλεσε κάμποσους εφιάλτες κυρίως στα παιδιά του δημοτικού, που δεν καταλάβαιναν γιατί ήταν τόσο θυμωμένος μαζί τους εκείνος ο κύριος, ούτε ποιος και γιατί τον είχε βασανίσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μαζί με τις εικόνες του Ιησού απεστάλησαν στα σχολεία και πορτρέτα του Ταγματάρχη, που τοποθετήθηκαν παραπλεύρως του Κυρίου, με αποτέλεσμα πολύ νεαροί μαθητές να δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν τον Ηγέτη από τον Παντοδύναμο, αν και κάπως τους βοηθούσαν τα σημάδια απ’ τα καρφιά στα χέρια του δευτέρου.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως, ύστερα από όλη αυτή τη μέριμνα και το πατρικό ενδιαφέρον, ο Ταγματάρχης βρέθηκε προ μεγάλης εκπλήξεως κάποια χρόνια αργότερα, όταν συνειδητοποίησε ότι οι μεγαλύτεροι εχθροί του ιδίου και της χώρας προέρχονταν από τις τάξεις αυτών ακριβώς των μαθητών, στους οποίους τόσο αφειδώλευτα είχε επιδαψιλεύσει τα εκπαιδευτικά αγαθά της Επαναστάσεως. Αυτός που κατάφερε μέσα σε λίγους μόλις μήνες να εξαφανίσει από προσώπου γης τους άθεους κομμουνιστές, που δίχως την σωτήρια παρέμβασή του θα είχαν πάρει την εξουσία -με ένας θεός ξέρει ποιες τραγικές συνέπειες- βρέθηκε αργότερα αντιμέτωπος με μια νέα γενιά αναρχικών, αγνωμόνων πολιτών, που ξεπήδησε ακριβώς μέσα από εκείνα τα καθ’ όλα χρηστά και άξια σχολεία.
Επί του παρόντος όμως, τα πράγματα έβαιναν θαυμάσια. Ολόκληρη η χώρα άλλαζε πρόσωπο, αναμορφωνόταν, συμμορφωνόταν, μορφωνόταν. Όλοι οι δρόμοι έχαιραν ενός μόνιμου σημαιοστολισμού, ο οποίος αποκτούσε ιδιαίτερη λαμπρότητα κατά τις ημέρες των εθνικών εορτών. Τα κρατικά κτίρια βάφτηκαν στα χρώματα του εμβλήματος –γκρίζο μεταλλικό για τον αετό, καφέ της σκουριάς για το λιοντάρι- οι φράχτες κουρεύτηκαν, οι πλατείες καθαρίστηκαν και στολίστηκαν σιγά σιγά με αγάλματα που παρίσταναν τον Ηγέτη σε διάφορες πόζες: ο Ηγέτης καβάλα στο πολεμικό του άτι, ο Ηγέτης με τον Ζυγό της Δικαιοσύνης στο δεξί χέρι, ο Ηγέτης με το Σταυρό, ο Ηγέτης καθιστός, όρθιος, σκεπτικός, γελαστός. Όλοι αυτοί οι ανδριάντες στάθηκαν αφορμή για να δοθεί και η τελική νικητήρια μάχη με τα περιστέρια, τους άσπονδους εχθρούς του, που τόσες φορές τον είχαν βασανίσει στο παρελθόν κουτσουλώντας με κάποιον μαγικό τρόπο ακριβώς εκεί όπου επρόκειτο να βρεθούν οι αγαπημένες πατούσες της Μητερούλας και που τώρα κουτσουλούσαν ακατάπαυστα, σχεδόν επίτηδες, θαρρείς, τις προτομές του ανδρός, γεμίζοντας με αηδιαστικά περιττώματα τα πέτα της στρατιωτικής στολής, τα στρατιωτικά πηλίκια, τις μύτες και τα μάγουλά του, ως ακόμα και τον ίδιο το Ζυγό της Δικαιοσύνης και τον Τίμιο Σταυρό. Αυτή η ιεροσυλία δεν έπρεπε να μείνει ατιμώρητη. Κατά διαταγή του Ηγέτη ειδικά συνεργεία βγήκαν σε δρόμους και πλατείες σκορπίζοντας παντού δηλητηριασμένα δολώματα, ρίχνοντας φάρμακο στα σιντριβάνια και στις γούρνες των δρόμων, μοιράζοντας απλόχερα το θάνατο σε εκείνους τους φτερωτούς εχθρούς του κράτους. Σύντομα όλοι οι δρόμοι κι οι πλατείες γέμισαν με μικρά άκαμπτα ξεπουπουλιασμένα πτώματα που οι διαβάτες υποχρεώνονταν να παραμερίζουν με το πόδι για να συνεχίσουν το δρόμο τους. Μαζί με τα περιστέρια φονεύθηκαν και κάμποσα αδέσποτα σκυλιά, τα οποία ξεψυχούσαν με βασανιστικά αργούς ρυθμούς αφήνοντας πονεμένα ουρλιαχτά που τάραζαν τις νύχτες της πρωτεύουσας, καθώς το δηλητήριο που ήταν αρκετό για να ξεκάνει με τη μία ένα περιστέρι, δεν ήταν αρκετά δραστικό για να χαρίσει ένα γρήγορο θάνατο και στα μεγαλύτερα ζώα. Οι πολίτες βασανίστηκαν κάμποσες νύχτες απ’ τις πονεμένες κραυγές και τα λυπητερά αλυχτίσματα, ενώ ο Ταγματάρχης απολάμβανε την τελική του εκδίκηση απέναντι στους εχθρούς της παιδικής του ηλικίας. Σύντομα πάντως όλα αυτά έλαβαν τέλος και τα συνεργεία καθαριότητας απάλλαξαν την πόλη από τα πτώματα που λόγω της υψηλής θερμοκρασίας της εποχής είχαν αρχίσει κιόλας να αποσυντίθενται αναδίνοντας αφόρητη βρόμα.
Οι σχέσεις του νέου καθεστώτος με τις χώρες του εξωτερικού εξελίχθηκαν θαυμάσια –παρά τις κάποιες ανησυχίες που είχε αρχικά ο Ηγέτης- αφού έγιναν οι σωστές διπλωματικές ενέργειες και οι κατάλληλες προσεγγίσεις. Μεγάλες κρατικές εκτάσεις παραχωρήθηκαν για την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων των Συμμάχων κι άλλες, μεγαλύτερες ακόμα, δόθηκαν σε πολυεθνικές εταιρείες, που έδειξαν ενδιαφέρον για επενδύσεις στη χώρα. Ο Ταγματάρχης ήταν πολύ ικανοποιημένος. Σύντομα θα χτίζονταν καινούργια εργοστάσια τόσο κοντά στην πρωτεύουσα, όσο και σε άλλες πόλεις της επαρχίας, ο κόσμος θα είχε μια ευκαιρία να εργαστεί –άρα λιγότερους λόγους να γκρινιάζει- και οι ξένοι επενδυτές θα έβρισκαν φτηνά εργατικά χέρια και με τις γερές, φαρδιές τους πλάτες θα στήριζαν την κυβέρνησή του. Είναι αλήθεια ότι σε κάποιες χώρες οι εφημερίδες έγραψαν για «βίαιη κατάλυση της δημοκρατίας», για «νέο κύμα σκοταδισμού», κάποιοι δημοσιογράφοι τον παρουσίασαν σαν «παρανοϊκό εγκληματία», αλλά η συνεργασία που εξασφάλισε με τα μεγάλα συμφέροντα του εξωτερικού γρήγορα θα βούλωνε κι αυτά τα στόματα.
Επίσης σε κάποιους τοίχους της πόλης εμφανίστηκαν συνθήματα που έλεγαν για «ξεπούλημα της χώρας στο ξένο κεφάλαιο» και υπόσχονταν πως «θα πέσει η χούντα» και πως «αδέρφια, θα σηκώσουμε ξανά το κεφάλι», αλλά το αυτί της εξουσίας δεν ίδρωνε με κάτι τέτοια. Τα ειδικά συνεργεία των δήμων έσπευσαν να μπογιατίσουν τους τοίχους σβήνοντας εκείνες τις ντροπές και φρεσκάροντας το γκρι ή το καφέ χρώμα που ούτως ή άλλως πρόσφατα είχε περαστεί στις προσόψεις και ταυτόχρονα εξαπολύθηκαν τα «κυνηγόσκυλα», όπως συνήθιζε ο Ταγματάρχης να αποκαλεί τους μυστικούς αστυνομικούς, για να εντοπίσουν τους εναπομείναντες πυρήνες των αναρχοκομμουνιστών που μ’ αυτά και μ’ εκείνα ντρόπιαζαν τη χώρα και –όσο να ’ναι- του ’διναν στα νεύρα.
Σε μια γειτονιά, όμως, κοντά στο Προεδρικό Μέγαρο, που είχε γίνει κατοικία του Ταγματάρχη, παρατηρήθηκε ένα παράδοξο φαινόμενο, που του χάλασε τον ύπνο για κάμποσα βράδια. Οι αναρχικοί είχαν γράψει συνθήματα στον τοίχο ενός από χρόνια ερειπωμένου κτηρίου, που παλιά στέγαζε τα γραφεία της Μουσικής Ακαδημίας και που παρέμενε κλειστό απ’ την εποχή που οι υπηρεσίες είχαν μεταφερθεί σε μια πιο σικ συνοικία και σε κτίριο μοντέρνας αισθητικής. Πάνω στον ξεχαρβαλωμένο πέτρινο εξωτερικό τοίχο της αυλής είχαν γράψει, όπως και αλλού, με κατακόκκινα γράμματα «Αδέρφια, θα σηκώσουμε ξανά κεφάλι» κι από κάτω λιγάκι πλαγιαστά «Οι λαοί εκδικούνται». Και εκεί έσπευσαν τα συνεργεία με βούρτσες, κουβάδες και μπατανόβουρτσες και πέρασαν δυο, τρία, τέσσερα χέρια φρέσκια γκρι-μολυβί μπογιά τη μάντρα. Παρ’ όλα αυτά, όμως, με το που στέγνωνε η μπογιά, τα γράμματα πρόβαλλαν πάλι κατακόκκινα και πεντακάθαρα από κάτω. Ύστερα από άπειρες προσπάθειες το πρώτο σύνθημα κάπως σβήστηκε – μπορούσες να διακρίνεις μονάχα ένα «αδ», ένα «θ» και στο τέλος ένα «άλι». Το άλλο όμως επέμενε να φαίνεται ολοκάθαρα. Ο υπεύθυνος του συνεργείου κόντεψε να τρελαθεί. Τη δεύτερη μέρα των προσπαθειών κι αφού είχαν ξοδέψει κάμποσα κιλά κρατικής λαδομπογιάς, ο καημένος ο άνθρωπος γονάτισε μπροστά στο πεισματάρικο σύνθημα και σταυροκοπήθηκε. Κάποιος από τους υπαλλήλους μετέφερε τα καθέκαστα σε υψηλά ιστάμενο πρόσωπο κι ο αρχιμπογιατζής αντικαταστάθηκε πάραυτα. Την ώρα που τον απομάκρυναν οι φαντάροι, κάμποσοι απ’ τους παριστάμενους που είχαν σταθεί περίεργοι και κοιτούσαν, τον άκουσαν να επαναλαμβάνει δυνατά τα λόγια που έτσι κι αλλιώς όλοι μπορούσαν να διαβάσουν πίσω του, πάνω στο μαντρότοιχο: «οι λαοί εκδικούνται». Ύστερα ο Ταγματάρχης διέταξε να γκρεμιστεί η μάντρα, πράγμα που έγινε αμέσως. Παρ’ όλα αυτά, εκείνα τα πορφυρόχρωμα λόγια τού τριβέλιζαν το νου για κάμποσες νύχτες ακόμα. Όσο για τον αρχιμπογιατζή, κανείς δεν ξέρει τι απέγινε.
Πραγματικά, τα μεγαλύτερα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο νέος Ηγέτης προέρχονταν από το εσωτερικό της χώρας. Αυτοί οι αναρχικοί έμοιαζαν με τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας: ένα έκοβε, δύο ξεπρόβαλλαν. Από την πρώτη κιόλας εβδομάδα της Επαναστάσεως είχαν γεμίσει οι φυλακές της χώρας από αμετανόητους κομμουνιστές. Σύντομα υποχρεώθηκαν να μετατρέψουν σε φυλακές και άλλα κρατικά κτίρια: τις αποθήκες του Εθνικού και του Πολεμικού Μουσείου, όλα τα παλιά κτίρια της Ακαδημίας που δε στέγαζαν πια καμία υπηρεσία, ως και κάποια σχολεία των οποίων η αρχιτεκτονική δομή ήταν κατάλληλη για τέτοια χρήση. Κάποιοι μαθητές υποχρεώθηκαν να πηγαίνουν στο σχολείο με βάρδιες, καθώς δύο Λύκεια ανά συνοικία συστεγάζονταν, αλλά όλοι οι διευθυντές Μέσης Εκπαίδευσης έδειξαν κατανόηση. Αν και έγινε το ανθρωπίνως δυνατόν, σύντομα και αυτά τα νέα κτίρια ξεχείλισαν και συχνά οι διευθυντές των φυλακών έκαναν παράπονα πως δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την απομόνωση ως σωφρονιστικό μέσο, γιατί ακόμα και στα στενότερα σωφρονιστικά κελιά είχαν υποχρεωθεί να χώσουν ως και δέκα «από κείνα τα ρεμάλια». Ο Ταγματάρχης πήρε άλλη μια γενναία απόφαση και διέταξε την αποφυλάκιση όλων των ποινικών κρατουμένων που είχαν δείξει καλή διαγωγή, πλην των φονιάδων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξασφάλισε και πάλι λίγο ελεύθερο χώρο στα σωφρονιστικά ιδρύματα, αλλά το σπουδαιότερο ήταν ότι εξασφάλισε μια νέα λαϊκή βάση στήριξης της κυβέρνησής του. Κάμποσοι φτωχολοπωδήτες έπιναν νερό στο όνομά του και μαζί μ’ αυτούς οι οικογένειές τους. Δεν ήταν και λίγο. Ο Ταγματάρχης χαιρόταν να κάνει το λαό του ευτυχισμένο.
Επειδή όμως όλες οι λύσεις ήταν πρόσκαιρες και αποσπασματικές, χρειάστηκε να προβεί σε ριζικότερες μεταρρυθμίσεις και να πάρει αποφάσεις μεγάλης ευθύνης και μάλιστα κατόπιν εισηγήσεως κάποιων από τους συνεργάτες του. Αποφασίστηκε η «μετατόπιση» κρατουμένων σε κάποια από τα νησιά, όπου υπήρχαν από παλιότερα οι αναγκαίες εγκαταστάσεις, που εδώ και χρόνια λειτουργούσαν ως μουσεία. Ένας πυρετός εργασίας ακολούθησε, καθώς μέσα σε διάστημα μικρότερο του ενός μήνα, έπρεπε οι χώροι αυτοί να ετοιμαστούν για να λειτουργήσουν και πάλι εκπληρώνοντας τον σκοπό για τον οποίο είχαν εξ αρχής οικοδομηθεί. Οι παλιές φωτογραφίες και τα ιστορικά λείψανα –σιγά τα λείψανα!- ξηλώθηκαν, νέα κελιά χτίστηκαν, οι αίθουσες βασανιστηρίων εφοδιάστηκαν με νέα μέσα, μεγάλες εκτάσεις ισοπεδώθηκαν με μπουλντόζες και στήθηκαν εκατοντάδες σκηνές. Οι στρατιώτες που εργάστηκαν γι’ αυτή την επιχείρηση ανυπομονούσαν να φτάσουν οι πρώτες φουρνιές των «κατσαπλιάδων» για να πάρουν το αίμα τους πίσω. Δεν είχαν κι άδικο. Άλλωστε, αυτή τους η διάθεση εξυπηρετούσε το νέο καθεστώς.
Συγχρόνως ο Ταγματάρχης προέβη και σε άλλες ριζοσπαστικές ενέργειες. Με μια ταχεία αναθεώρηση του Συντάγματος επανέφερε σε ισχύ τη θανατική ποινή –όχι ότι ως τότε δεν την εφάρμοζε, αλλά έτσι, για το γράμμα του νόμου- και διεύρυνε τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες ήταν θεμιτή έως αναγκαία η επιβολή της. Επιτέλους εκείνο το βράδυ κι αφού οι αλλαγές είχαν κοινοποιηθεί στους αρμοδίους, μπόρεσε να κοιμηθεί ήσυχα, σαν άνθρωπος κατάκοπος, που έχει επιτελέσει το καθήκον του και γαλήνιος παραδίδεται στις αγκάλες του Μορφέα.
Ετικέτες
αντίσταση,
επανάσταση,
πολιτικά κι επίκαιρα,
χούντα
Τρίτη 15 Μαΐου 2012
Επαναστάσεις - Κεφάλαιο 1ο (μέρος β΄)
Και πράγματι όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Στις δύο και τρία λεπτά μετά τα μεσάνυχτα οι αλλοδαπές υπηρέτριες φορώντας τις νυχτικιές τους άνοιγαν ξαφνιασμένες τις πόρτες των κατοικιών των Υπουργών, του Προέδρου, του Πρωθυπουργού και ορισμένων βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος και της αντιπολίτευσης που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα στην Επανάσταση. Οι φρουροί της προεδρικής, της πρωθυπουργικής και άλλων κατοικιών –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που έπεσαν στις επάλξεις του καθήκοντος- φέρθηκαν όπως αρμόζει σε έναν απλό φαντάρο: χαιρέτησαν στρατιωτικά τους ανωτέρους τους και άνοιξαν τις πύλες. Άλλωστε οι περισσότεροι ήταν ήδη άμεσα ή έμμεσα ενημερωμένοι και στην πλειοψηφία τους συμμερίζονταν τα ιδανικά του Ταγματάρχη και το όραμά του για ένα καλύτερο αύριο.
Η σφαίρα σκόρπισε τα μυαλά του προέδρου στο μεταξένιο κάλυμμα του κρεβατιού του, λερώνοντας τη λευκή δαντέλα και μουλιάζοντας το πουπουλένιο μαξιλάρι. Ο γέροντας δεν είχε καν ξυπνήσει απ’ το σαματά που έκαναν οι υπηρέτριες στον κάτω όροφο, ούτε απ’ το σφυροκόπημα της ξύλινης λουστραρισμένης σκάλας απ’ τις στρατιωτικές μπότες. Όπως κάθε βράδυ έτσι κι εκείνο το ιστορικό βράδυ, που θα γραφόταν με χρυσά γράμματα στις σελίδες της Ιστορίας, είχε πάρει υπνωτικά, πριν ξαπλώσει, κάτι χάπια τόσο ισχυρά που θα ’ριχναν και αγελάδα σε λευκό λήθαργο. Ο λήθαργός του δε διαταράχτηκε, μονάχα άλλαξε χρώμα κι από λευκός έγινε κόκκινος μπλαβής. Η κυρία Προέδρου ούρλιαζε υστερικά και παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις των στρατιωτών της Επανάστασης πως η δική της ζωή δεν κινδύνευε, δεν έλεγε να το βουλώσει. Έτσι ένας φιλεύσπλαχνος φαντάρος υποχρεώθηκε να την απαλλάξει απ’ τον τρόμο φυτεύοντάς της μια σφαίρα ανάμεσα στα προσφάτως βγαλμένα φρύδια της, κίνηση που έφερε άμεσα αποτελέσματα.
Όλα, όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Στην οικία του Πρωθυπουργού υπήρξε μια μικρή επιπλοκή: ο υπεύθυνος, φερόμενος ανεύθυνα στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν προνόησε να βάλει σιγαστήρες στα όπλα των στρατιωτών και υπήρχε κίνδυνος οι ήχοι από τους πυροβολισμούς να αναστατώσουν όλοι τη συνοικία. Όχι πως ενδιέφερε και τόσο η αντίδραση των πολιτών, μα στη γειτονιά εκείνη βρίσκονταν και τα Κεντρικά της αστυνομίας και παρ’ όλο που οι αξιωματικοί ήταν ενήμεροι, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει την αντίδραση κάποιων από τα κατώτερα όργανα, που επέμεναν ντε και σώνει σε όλες τις περιπτώσεις να κάνουν το καθήκον τους. Έτσι το όπλο αντικαταστάθηκε από το μαχαίρι και το μαχαίρι βρήκε κατευθείαν την καρδιά του Πρωθυπουργού, ανοίγοντας μια τρύπα από την οποία εύκολα βγήκε η τελευταία πνοή μαζί με τα ύστατα λόγια του ανδρός – «Σκατά στην ψυχή σας κερατάδες!». Ήταν ένα καλό μαχαίρι αυτό που χρησιμοποιήθηκε στην περίπτωσή του, από εκείνα τα δίκοπα με τη δερμάτινη λαβή που κρύβουν στις ζώνες τους οι άντρες των ειδικών δυνάμεων.
Ένα άλλο παρόμοιο μαχαίρι χάρισε γρήγορο θάνατο στον Γενικό Γραμματέα, στο δωμάτιο 202 του πολυτελούς ξενοδοχείου «Rosa Linda» καθώς και στην εικοσάχρονη ερωμένη του, που στάθηκε πιστή στο μέντορά της τόσο στη ζωή όσο και στο θάνατο. Ο δικός της θάνατος δεν ήταν εντός σχεδίου και προς μεγάλη του θλίψη ο υπεύθυνος της αποστολής υποχρεώθηκε να της κόψει το λαρύγγι, όχι γιατί τον ενδιέφερε το λαρύγγι αυτό καθαυτό, αλλά εκείνη η κραυγή που έβγαινε από μέσα του και δεν έλεγε να σωπάσει με τίποτα. Πρέπει ακόμα να ειπωθεί πως φεύγοντας ο στρατιώτης άφησε πίσω του πολλή δουλειά για τους καμαριέρηδες του «Rosa Linda», καθώς δεν υπήρχε σημείο του δωματίου που να μην έχει πιτσιλιστεί με αίμα κι ο χώρος σκυλοβρομούσε, αφού ο αξιότιμος κ.Γ.Γ. είχε χεστεί απ’ το φόβο του, όσο ακόμη μπορούσε να φοβάται.
Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις μικρές, γρήγορες, αστραφτερές σφαίρες έκαναν τη δουλειά, τρύπωσαν σε μυαλά, καρδιές, εντόσθια χαρίζοντας ταχύτατους κι ανώδυνους θανάτους. Ακόμα και στην περίπτωση του αρχηγού της αντιπολίτευσης όλα δούλεψαν ρολόι, αφού μια ξαφνική αδιαθεσία τον έβγαλε ασυνόδευτο απ’ το σπίτι των συνδαιτυμόνων του στις δύο και δύο λεπτά ακριβώς –είχε πιει λίγο παραπάνω κι ανακατευόταν το στομάχι του- έτσι που από Θεία Πρόνοια θαρρείς, πήγε μονάχος να συναντήσει το θάνατό του, που τον περίμενε στην πρώτη σκοτεινή γωνιά του δρόμου μαζί με το γέρο σοφέρ που είχε από ώρα παραδώσει το πνεύμα του εις Κύριον.
Στις δύο και δεκαπέντε ακριβώς τα τανκ, που είχαν ακροβολιστεί στις εισόδους της πόλης στο πλαίσιο της στρατιωτικής άσκησης «Σωτηρία», κινήθηκαν προς τη Βουλή κάνοντας στο πέρασμά τους να τρίζουν τζάμια και γυαλικά, να κρουταλάνε γόνατα και μπαλκονόπορτες, να τρίζουν οι σομιέδες των κρεβατιών στις εργατικές πολυκατοικίες και τα δόντια των πολιτών, που για άλλη μια φορά είχαν πιαστεί στον ύπνο.
***
Την ώρα που το μαχαίρι βυθιζόταν στην καρδιά του προέδρου της αντιπολίτευσης, του τίμιου εκείνου άντρα, που χρόνια τώρα αντιστεκόταν στη διαφθορά και αποτελούσε τη μοναδική ορατή ελπίδα για τη χώρα, ο Μάρκος πετάχτηκε απ’ τον ύπνο του σαν να τον τσίμπησε σφήγκα. Τον είχε πιάσει πάλι λόξιγκας, όπως κάθε φορά που είχε κακό προαίσθημα, κι αυτή τη νύχτα το κακό προαίσθημα τον έζωνε από νωρίς. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι δίχως να ανάψει το φως, για να μην ξυπνήσει τη Σάρα κι όσο μπορούσε πιο αθόρυβα βγήκε απ’ την κρεβατοκάμαρα. Στάθηκε για λίγο έξω απ’ το δωμάτιο των παιδιών προσπαθώντας να αφουγκραστεί την ανάσα τους, εκείνον τον καθησυχαστικό ήχο του ύπνου, που μπορεί κανείς περισσότερο να διαισθανθεί παρά να ακούσει πίσω από κλειστές πόρτες. Όμως ετούτη τη νύχτα δεν μπόρεσε να νιώσει τίποτα, κανένα ρεύμα γαλήνης μέσα απ’ τις χαραμάδες, μέσα απ’ τη μεταλλική κλειδαρότρυπα. Λίγο ακόμα και θα άνοιγε την πόρτα, για να δει με τα ίδια του τα μάτια τον ύπνο τους, να αγγίξει με τα χέρια του την ηρεμία που τόσο του έλειπε. Κρατήθηκε. Δεν ήθελε να ξυπνήσει τα παιδιά. Ο λόξιγκας ολοένα και δυνάμωνε, λες και του σφυροκοπούσε το φάρυγγα αόρατο σφυρί. Πήγε στην κουζίνα, άναψε το φως, έβαλε ένα ποτήρι νερό και το ήπιε μονορούφι. Το νερό δε βοηθάει στα κακά προαισθήματα, αλλά οπωσδήποτε βοηθάει στο λόξιγκα. Γέμισε άλλο ένα ποτήρι και κάθισε στο τραπέζι. Προσπάθησε να θυμηθεί αν είχε δει κάποιο όνειρο που θα μπορούσε να ευθύνεται γι’ αυτή την ταραχή του, αλλά δε θυμόταν τίποτα.
Έπιασε να χτυπάει νευρικά τα δάχτυλα στο τραπέζι, όπως έκανε πάντα όταν βρισκόταν σε ένταση. Ίσως να του έκανε καλό ένα ποτήρι γάλα. Ένα ζεστό ποτήρι γάλα βοηθάει να καλμάρουν τα νεύρα. Μα, νεύρα; Γιατί; Ο Μάρκος αναστέναξε βαθιά και με την εκπνοή άφησε να του φύγουν δυο-τρεις ψιθυριστές κουβέντες: «Το Χριστό σας, κερατάδες!» Ναι, έβριζε. Αυτό τον έκανε να νιώσει λίγο καλύτερα. Συνειδητά αυτή τη φορά επανέλαβε τη βρισιά απολαμβάνοντας τον τρόπο που γέμιζε το στόμα του: «Το Χριστό σας, τομάρια!» Το πράγμα ήταν φανερό. Όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί τον είχαν τρομοκρατήσει οι ειδήσεις για ενδεχόμενο πραξικόπημα στο εγγύς μέλλον, που είχαν διαρρεύσει τις τελευταίες μέρες. Και στο Κόμμα το συζητούσαν πια ανοιχτά. Ο Μάρκος δεν ήξερε αν ήταν περισσότερο θυμωμένος με τους πιθανούς πραξικοπηματίες, με την παρούσα κυβέρνηση ή με τους δικούς του, που φαίνονταν να στέκονται αμήχανοι και να περιμένουν το κακό, δίχως να προβαίνουν σε καμία ενέργεια. Κι όμως, χρειαζόταν δράση, άμεση, αποφασιστική παρέμβαση. Τώρα ήταν ο καιρός να πάψουν τα λόγια και να αρχίσουν τα έργα. Μα από την άλλη… Τι θα μπορούσαν να κάνουν; Το μόνο που τους έμενε ήταν να υπακούν πιστά στις κατευθύνσεις της Κεντρικής Επιτροπής και στις οδηγίες του προέδρου. Να περιμένουν τις εκλογές, να πιέσουν για εκλογές. Τι άλλο; Τον σεβόταν τον πρόεδρο ο Μάρκος κι είχε εμπιστοσύνη στα όργανα του Κόμματος. Έφερε στο νου του την τελευταία ομιλία του προέδρου κι αμέσως ένιωσε καλύτερα. Ναι, σίγουρα υπήρχε ελπίδα για το αύριο. Σίγουρα θα κέρδιζαν τις επόμενες εκλογές, θα αναλάμβαναν τη διακυβέρνηση με ομαλές πολιτικές διαδικασίες, θα έβαζαν τα θεμέλια για δημόσια υγεία, παιδεία, περίθαλψη, για κοινωνική δικαιοσύνη. Ας μουγκρίζουν όσο θέλουν τα θεριά!
Το βλέμμα του έπεσε στο ποτήρι με το νερό που ’χε ξεχάσει ακουμπισμένο στο τραπέζι και σαν να του φάνηκε πως η επιφάνεια του ρυτιδωνόταν παράξενα από αόρατη αιτία. Δεν έδωσε σημασία. Προσπάθησε να θυμηθεί την παλιά συνταγή της γιαγιάς του για το λόξιγκα: έπρεπε να κρατήσει την ανάσα του για ένα λεπτό κι ύστερα να πιει το νερό μονορούφι ή έπρεπε πρώτα να το πιει κι ύστερα να κρατήσει την ανάσα του; Όση ώρα το σκεφτόταν, πρόσεξε πως το ρυτίδωμα της επιφάνειας του νερού γινόταν ολοένα και πιο έντονο. Κι ύστερα άκουσε το θόρυβο… Θα μπορούσε να ’ναι ένα κομβόι από νταλίκες που ολοένα πλησιάζει. Θα μπορούσε να ’ναι ένας σεισμός που γίνεται σταδιακά ολοένα και πιο αισθητός ή… Το μυαλό του ξεχύθηκε ασυγκράτητο προς τα πίσω κι ανέσυρε από σκοτεινές γωνιές της μνήμης κουρελάκια, πικρές μπουκιές και θραύσματα από ιστορίες που του ’χαν διηγηθεί οι γονείς του, όταν ήταν παιδί ακόμα, δίχως πολιτική συνείδηση και σκέψη. Ναι, θα μπορούσαν να είναι τα τανκς! Ο θόρυβος ολοένα και δυνάμωνε. Ο Μάρκος τρόμαξε τόσο, που ο λόξιγκας του κόπηκε μαχαίρι. Όταν πια η βουή ήταν τόσο δυνατή, που δεν μπορούσε να ακούσει ούτε τις σκέψεις του, είδε στο διάδρομο τη γυναίκα του να στέκει με το νυχτικό σαν θλιμμένο ξενυχτισμένο φάντασμα. Κάτι του έλεγε, μα δεν μπορούσε να ακούσει τι. Το σπίτι έτρεμε συθέμελα, τα τζάμια τρίζανε διαβολεμένα, φοβήθηκε πως θα σπάσουν. Η Σάρα ήταν χλωμή σαν το θάνατο. Ήρθε κοντά του και τον κοιτούσε με κάτι μάτια πελώρια. Κάτι της έλεγε ο άντρας της μα δεν μπορούσε να ακούσει τι. Με πολλή προσπάθεια κατάφερε να διαβάσει τα χείλια του:
-«Μη φοβάσαι. Σάρα, μην τρέμεις. Δεν κάνει να σε δουν έτσι τα παιδιά. Σκέψου τα παιδιά, Σάρα!»
Ετικέτες
αντίσταση,
επανάσταση,
πολιτικά κι επίκαιρα,
πολιτική,
χούντα
Δευτέρα 14 Μαΐου 2012
Επαναστάσεις....Κεφάλαιο 1ο
Ήταν καιρός για μια αλλαγή. Για μια ριζική αλλαγή. Οι συνθήκες είχαν ωριμάσει πια και ήταν έτοιμες να αποδώσουν καρπούς. Οι πολίτες που με τόση εγκατάλειψη, αδιαφορία, ως κι ανακούφιση ακόμα είχαν παρακολουθήσει τη σπίλωση των ιερών και των οσίων, το γκρέμισμα των παραδοσιακών αξιών και την επιβολή της αναρχίας, τώρα ζητούσαν τη λύτρωση. Αφού βούτηξαν -όσοι μπορούσαν- την κουτάλα τους βαθιά βαθιά στο κρατικό καζάνι, αφού πέταξαν οι γυναίκες τις ποδιές της κουζίνας κι οι μαθητές τα σχολικά πηλίκια κι οι άντρες σήκωσαν κεφάλι στην εξουσία, οι ίδιοι αυτοί πολίτες ένιωθαν τώρα την ανάγκη ενός ηγέτη, ενός άντρα που θα αναλάμβανε να καθαρίσει την δημόσια ζωή απ’ τη σαπίλα, ενός τιμωρού και λυτρωτή που θα τους έπαιρνε απ’ το χέρι για να τους οδηγήσει ξανά στον ορθό δρόμο, απαλλάσσοντάς τους απ’ το μέγα βάρος της ευθύνης.
Ο Ταγματάρχης άπλωσε το χέρι του και το κοίταξε στο φως. Ήταν λευκό, λιγάκι ζαρωμένο, με αραιές κόκκινες τριχούλες στους κόμπους των δαχτύλων και κάτω απ’ το χλομό του δέρμα μπορούσε να διακρίνει τις γαλάζιες φλεβίτσες που φούσκωναν δώθε-κείθε δίνοντάς του μιαν όψη γερασμένη. Τώρα που θα σήκωνε στους ώμους του το βάρος ολόκληρης της χώρας, έπρεπε να αρχίσει να προσέχει λιγάκι περισσότερο τη διατροφή του και να πάρει στα σοβαρά τα προειδοποιητικά μηνύματα που από καιρού εις καιρόν του έστελνε η καρδιά του. Η υγεία του Ηγέτη ήταν ζήτημα εθνικής σημασίας και δεν μπορούσε να παίρνει πια αψήφιστα τους πόνους και τις ενοχλήσεις. Έστρεψε ξανά την προσοχή του στο χέρι του που έμενε μετέωρο κάτω απ’ το ψυχρό ηλεκτρικό φως της λάμπας. Η βέρα γυάλιζε καθησυχαστικά, μια σφραγίδα νομιμότητας σε ένα γερασμένο, μα στιβαρό ακόμα χέρι. Ναι, θα τα κατάφερνε. Αν όχι εκείνος, τότε ποιος; Από το νου του πέρασαν στα γρήγορα τα ονόματα των συνεργατών του και μαζί με τα ονόματα η προϋπηρεσία του καθενός ξεχωριστά, η αξιολόγηση των ικανοτήτων, οι καταγεγραμμένες προθέσεις. Του ήταν όλοι πιστοί. Όλοι περίμεναν απ’ αυτόν ένα σήμα, ένα σινιάλο, να, ίσα να σηκώσει το τηλέφωνο και να σχηματίσει ένα νούμερο. Ήταν πια καιρός… Το χέρι του άρχισε να τρέμει κάτω απ’ το εξεταστικό του βλέμμα στέλνοντας σε όλο του το κορμί μιαν αναγουλιαστική αίσθηση αδυναμίας και φόβου. Βιάστηκε να το κρύψει στην τσέπη.
Σηκώθηκε κι έπιασε να βηματίζει νευρικά πάνω-κάτω, πάνω-κάτω. Κάθε φορά που περνούσε μπροστά απ’ το μεγάλο ξύλινο γραφείο, χτυπούσε τη λεία επιφάνεια με τους κόμπους των δαχτύλων. Το ρολόι του τοίχου έδειχνε δύο παρά τέταρτο. Μέσα σ’ αυτά τα δεκαπέντε λεπτά έπρεπε να αποφασίσει για το μέλλον της χώρας. Ήταν φυσικό να νιώθει αγχωμένος, αναστατωμένος, ήταν φυσικό να ιδρώνει και να ασθμαίνει κάτω απ’ την ατσαλάκωτη στολή του. Έπρεπε να πάρει στα χέρια του τη μοίρα της πατρίδας του. Οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών συναγωνίζονταν η μια την άλλη σε οικονομικά ελλείμματα, κομπίνες και ελευθεριότητα. Η χώρα βυθίστηκε στο χάος, τα ταμεία άδειασαν, οι κυβερνώντες άνοιξαν τα θησαυροφυλάκια, βούτηξαν οι ίδιοι πρώτα όσα μπορούσαν κι ύστερα μοίρασαν στο λαό τα υπόλοιπα, για να τον μπουκώσουν, να κλείσουν τα στόματα, να διατηρήσουν την εξουσία τους, να δώσουν ένα τέλος στο χορό των διεκδικήσεων. H αντιπολίτευση ύψωνε τη φωνή της –είναι αλήθεια- και καταδίκαζε τη διαφθορά, μα αυτό ήταν το πιο ανησυχητικό απ’ όλα: αν στις επόμενες εκλογές έπαιρναν την εξουσία αυτοί οι κομμουνιστές κι άρχιζαν να μοιράζουν ελευθερίες και δικαιώματα ξεθεμελιώνοντας το κράτος; Α, αυτό δεν άντεχε ούτε να το σκεφτεί ο Ταγματάρχης. Είχε υποχρέωση να προλάβει το κακό. Ναι, χρειαζόταν ένα τίμιο, στιβαρό χέρι να επαναφέρει την τάξη. Τάξη…
Όλα θα πήγαιναν καλά. Κοίταξε ξανά το ρολόι. Δέκα λεπτά ακόμα. Τάχυνε το βήμα του, λες κι έπρεπε να προλάβει να διανύσει συγκεκριμένη απόσταση μες σ’ αυτά τα δέκα λεπτά, όλη αυτήν την απόσταση που χώριζε τον απλό Ταγματάρχη απ’ την θέση του Ηγέτη και του Σωτήρα. Το σχέδιο ήταν άψογο. Η εκτέλεσή του απαιτούσε στρατιωτική πειθαρχία και ετοιμότητα. Είχε δυσκολευτεί πολύ να επιλέξει τα πρόσωπα που θα το έφερναν εις πέρας. Τώρα όλα ήταν έτοιμα. Ένας καλοστημένος μηχανισμός που περίμενε μονάχα το πάτημα ενός κουμπιού για να τεθεί σε λειτουργία. Ο μόνος κίνδυνος για το σχέδιό του μπορούσε να προέλθει απ’ την αταξία, απ’ αυτό το χάος, που εκτός απ’ τη δημόσια, καθόριζε και την ιδιωτική ζωή των κυβερνώντων. Αν ο Πρόεδρος ήταν ήδη στο κρεβάτι του, αν ο Γενικός Γραμματέας ξενυχτούσε κι απόψε με την ερωμένη του, αν όλοι οι Υπουργοί είχαν ακολουθήσει το καθιερωμένο τους πρόγραμμα, τότε όλα θα πήγαιναν καλά. Αν όμως αποφασιζόταν μια έκτακτη σύγκληση της Επιτροπής, τότε όλα θα ανατρέπονταν. Και γι’ αυτούς τους χαραμοφάηδες τίποτα δεν ήταν σταθερότερο απ’ το έκτακτο. Τον ανησυχούσε ακόμα ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, που συνήθιζε να επισκέπτεται που και που τα βράδια φίλους του, σαν απλός πολίτης, και να μπεκρολογάει ευκαιρίας δοθείσης από δω κι από κει με το λαουτζίκο. Φυσικά παρακολουθούσαν το τηλέφωνό του, φυσικά και ήξεραν ποιους θα επισκεπτόταν απόψε, αλλά υπήρχε φόβος να χρειαστεί να «φάνε» και κάμποσους πολίτες μαζί με αυτή τη λέρα. Όχι που τον ένοιαζε, δηλαδή, τον Ταγματάρχη, αλλά όσο να ’ναι ο θάνατος απλών πολιτών μπορούσε να προκαλέσει άσχημες εντυπώσεις, τόσο στο εσωτερικό, όσο –κι αυτό ήταν που τον βασάνιζε- στο εξωτερικό της χώρας. Κι εκεί τα πράγματα δεν ήταν ακόμη καθόλου ξεκάθαρα… Βέβαια, είχε δώσει σαφείς οδηγίες: σε περίπτωση «ατυχήματος» έπρεπε να εξαφανιστεί κάθε ίχνος. Το είχε τονίσει αυτό στον υπεύθυνο Λοχία κι είχε κάθε λόγο να τον εμπιστεύεται πως θα τηρούσε κατά γράμμα τις εντολές. Όχι, δεν έπρεπε να ανησυχεί τόσο.
Σιδηρά πειθαρχία. Σιδηρά πειθαρχία και τάξις. Ήξερε εκείνος να τους στρώσει για τα καλά. Από παιδί είχε καταφέρει να στριμώξει σώμα και ψυχή στο καλούπι της πειθαρχίας, με τη βοήθεια γονέων και δασκάλων. Αν κλείσει τα μάτια μπορεί ακόμα να δει μπροστά του την ξύλινη κουτάλα που έπεφτε με φόρα πάνω στους κόμπους των δαχτύλων του για κάθε άπρεπη πράξη, μπορεί ακόμα να θυμηθεί τη γεύση της σόλας του παπουτσιού της Μητέρας που τον ανάγκαζε να πέφτει στα τέσσερα και να τη γλείφει ως τιμωρία για κάθε άπρεπη κουβέντα. Κι αν φορούσε τις παντόφλες του σπιτιού, τότε η γλώσσα του μάζευε μονάχα την παγωμένη σκόνη απ’ το φθαρμένο σολόδερμα και κάπως κατάφερνε να συγκρατήσει την αηδία του. Αν όμως τύχαινε να γυρίζει απ’ έξω… Οτιδήποτε μπορούσε να ’χει πατήσει εκεί έξω η Μητερούλα, από λάσπες και χώματα μέχρι ακαθαρσίες σκύλων ή κουτσουλιές απ’ τα περιστέρια της πλατείας - καθόλου δεν πρόσεχε που πατούσε η ευλογημένη γυναίκα. Γι’ αυτό κι εκείνος μισούσε τόσο τα περιστέρια κι απολάμβανε να τα πνίγει με τα ίδια του τα χέρια συστρέφοντας αργά αργά τον μικρούτσικο λαιμό τους ως να ακούσει το «κρακ» και να νιώσει το άψυχο σώμα να κοκαλώνει στις παλάμες του. Μισούσε και τα σκυλιά. Απολάμβανε να τα βασανίζει, να τους κόβει τις ουρές, τα αυτιά, να τους βγάζει τα μάτια. Επειδή όμως τα φοβόταν κιόλας, έβαζε χέρι μονάχα στα άρρωστα και στα ηλίθια κουτάβια που δεν μπορούσαν να του χιμήξουν, ούτε να τρέξουν μακριά του να σωθούν.
Και τη Μητερούλα τη μισούσε για όλον εκείνο τον πόνο, για όλη την αηδία και τους εξευτελισμούς στους οποίους τον υπέβαλλε και συχνά φανταζόταν διάφορους τρόπους εξόντωσής της. Τι νόμιζε πως ήταν στο κάτω κάτω εκείνη η γυναίκα; Μια αμόρφωτη χωριάτισσα με προίκα, που τη γνώρισε ο πατέρας του τον καιρό που υπηρετούσε στην επαρχία. Έτσι έγινε η «κυρία του λοχαγού», έτσι ήρθε στην πρωτεύουσα, βρέθηκε να ζει ως αστή και να ξεδίνει για όλη την καταπίεση που είχε υποστεί ως κόρη στον δικό της γιο, τον καρπό μιας καθωσπρέπει συνεύρεσης, δίχως έρωτα. Και τον Πατέρα τον περιφρονούσε για την αβουλία του, δεν μπορούσε να του συγχωρήσει πως τον άφηνε να βασανίζεται στα χέρια εκείνης της άκαρδης γυναίκας. Αξιωματικός του στρατού σαν κι αυτούς που διακωμωδούσαν τα περιοδικά με τις ασπρόμαυρες γελοιογραφίες: σκληρός με τους φαντάρους, φόβος και τρόμος στο στράτευμα, αλλά υποταγμένος πλήρως στην πνιγηρή οργή της ανικανοποίητης γυναίκας του.
Πού να φανταζόταν ο Ταγματάρχης ότι ίσα ίσα αυτή η σκληρή του εκπαίδευση θα τον οδηγούσε τόσα χρόνια αργότερα στη Δόξα! Είχε φυτέψει μέσα του το σπόρο της υπακοής, της κοσμιότητας, της πειθαρχίας η Μητερούλα – άθελά της και εν αγνοία της, τον είχε ατσαλώσει, ναι!
Να μην ξεχνάμε και το σχολείο, βέβαια! Οι δάσκαλοι εκείνα τα χρόνια ήξεραν να καθαίρουν τις ψυχές από τα δαιμόνια. Εκείνος ο τρόμος στη θέα της μακριάς βέργας, η παγωμένη ανατριχίλα απ’ το άγγιγμα του ψαλιδιού στο σβέρκο, η ατίμωση απ’ όλα τα χαστούκια, πόσο καλό αλήθεια του είχαν κάνει! Διαποτίστηκε ολόκληρος από πειθαρχία, απέκτησε θέληση ατσαλένια και ακλόνητη αίσθηση του καθήκοντος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τον εκτιμήσουν αργότερα κι οι ανώτεροί του στο στράτευμα. Κανείς δεν ήταν τόσο σκληρός, τόσο πρόθυμος στην εκτέλεση διαταγών, τόσο άκαμπτος στην εφαρμογή των ποινών! Ο θεός να αναπαύει την ψυχή της Μητερούλας και να ευλογεί τους δασκάλους. Η επίπονη εκπαίδευσή του τώρα θα απέβαινε προς όφελος της χώρας.
Ο θεός ήταν μαζί του. Οι προσευχές του, οι προσευχές του λαού θα εισακούονταν. Έστρεψε το βλέμμα του στην εικόνα του Εσταυρωμένου που κρεμόταν πίσω απ’ το γραφείο και πήρε κουράγιο. Με πόση γλύκα τον κοιτούσε ο Παντοδύναμος! Θαρρείς και δάκρυζαν τα μάτια του από συγκίνηση πάνω στο σταυρό βλέποντας το τέκνο του να μπαίνει στον Μεγάλο Αγώνα για την υπεράσπιση των ιερών και των οσίων. Ο Ταγματάρχης σταυροκοπήθηκε ευλαβικά και ζήτησε νοερά την ευλογία Του. Η ματιά του έπεσε ξανά στο ρολόι. Έμενε μονάχα ένα λεπτό ως να φτάσει ο μεγάλος δείχτης στο δύο. Όλα θα πήγαιναν κατ’ ευχήν. Σήκωσε το ακουστικό, ο μηχανισμός μπήκε σε λειτουργία. Το χέρι του δεν έτρεμε πια.
Ετικέτες
αντίσταση,
επανάσταση,
πολιτική,
χούντα
Τρίτη 27 Ιουλίου 2010
Εν μέσω ανέμων...

... διάβασα το Η θάλασσά μας του Ευάγγελου Μαυρουδή από τις εκδόσεις Κέδρος και... μου άρεσε. Τα πρόσωπα της ιστορίας χρησιμεύουν ως αφηγηματικό άλλοθι για μια περιήγηση στις κοινωνικές-πολιτικές συνθήκες στην περιοχή της Ελλάδας και των Βαλκανίων από το 1897 κι έπειτα, με τον πρώτο τόμο να φτάνει ως το 1918. Ο συγγραφέας αποφεύγει (καλώς ή κακώς) τις πολιτικές αναλύσεις κι αφήνει εμάς να διαμορφώσουμε γνώμη. Όσον αφορά το Κρητικό και το Μακεδονικό, η αλήθεια είναι πως αν δεν ξέρεις ήδη τα γεγονότα, δυσκολεύεσαι να παρακολουθήσεις την πλοκή στο βιβλίο. Αλλά πού να χωρέσει τόση ιστορία σ' ένα μυθιστόρημα;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











